verharren
  Verb

παραμένω  Verb
(1)
σταματώ  Verb
(0)
DeutschGriechisch
Ich will steigen und dann still verharren, als stünde ich in der Luft.Θέλω να σηκωθώ και τότε παραμένω ακίνητη, όπως και αν στεκόμουν σε τίποτε, μόνο στον αέρα.

Deutsche Synonyme zu verharren

  • verharren
  • stehen bleiben

Ähnliche Wörter zu verharren

Noch keine ähnlichen Wörter.


Grammatik




ΠΑΡΑΜΕΝΩ
I linger
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
παραμένωπαραμένουμε, παραμένομε
παραμένειςπαραμένετε
παραμένειπαραμένουν(ε)
Imper
fekt
παρέμεναπαραμέναμε
παρέμενεςπαραμένατε
παρέμενεπαρέμεναν, παραμέναν(ε)
Aoristπαρέμειναπαραμείναμε
παρέμεινεςπαραμείνατε
παρέμεινεπαρέμειναν, παραμείναν(ε)
Per
fect
έχω παραμείνειέχουμε παραμείνει
έχεις παραμείνειέχετε παραμείνει
έχει παραμείνειέχουν παραμείνει
Plu
per
fect
είχα παραμείνειείχαμε παραμείνει
είχες παραμείνειείχατε παραμείνει
είχε παραμείνειείχαν παραμείνει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα παραμένωθα παραμένουμε, θα παραμένομε
θα παραμένειςθα παραμένετε
θα παραμένειθα παραμένουν(ε)
Fut
ur
θα παραμείνωθα παραμείνουμε, θα παραμείνομε
θα παραμείνειςθα παραμείνετε
θα παραμείνειθα παραμείνουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω παραμείνειθα έχουμε παραμείνει
θα έχεις παραμείνειθα έχετε παραμείνει
θα έχει παραμείνειθα έχουν παραμείνει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να παραμένωνα παραμένουμε, να παραμένομε
να παραμένειςνα παραμένετε
να παραμένεινα παραμένουν(ε)
Aoristνα παραμείνωνα παραμείνουμε, να παραμείνομε
να παραμείνειςνα παραμείνετε
να παραμείνεινα παραμείνουν(ε)
Perfνα έχω παραμείνεινα έχουμε παραμείνει
να έχεις παραμείνεινα έχετε παραμείνει
να έχει παραμείνεινα έχουν παραμείνει
Imper
ativ
Presπαράμενεπαραμένετε
Aoristπαράμεινεπαραμείνετε
Part
izip
Presπαραμένοντας
Perfέχοντας παραμείνει
InfinAoristπαραμείνει



ΣΤΑΜΑΤΩ
I stop
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σταματάω, σταματώσταματάμε, σταματούμε
σταματάςσταματάτε
σταματάει, σταματάσταματάν(ε), σταματούν(ε)
Imper
fekt
σταματούσα, σταμάταγασταματούσαμε, σταματάγαμε
σταματούσες, σταμάταγεςσταματούσατε, σταματάγατε
σταματούσε, σταμάταγεσταματούσαν(ε), σταμάταγαν, σταματάγανε
Aoristσταμάτησασταματήσαμε
σταμάτησεςσταματήσατε
σταμάτησεσταμάτησαν, σταματήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω σταματήσει
έχω σταματημένο
έχουμε σταματήσει
έχουμε σταματημένο
έχεις σταματήσει
έχεις σταματημένο
έχετε σταματήσει
έχετε σταματημένο
έχει σταματήσει
έχει σταματημένο
έχουν σταματήσει
έχουν σταματημένο
Plu
perf
ekt
είχα σταματήσει
είχα σταματημένο
είχαμε σταματήσει
είχαμε σταματημένο
είχες σταματήσει
είχες σταματημένο
είχατε σταματήσει
είχατε σταματημένο
είχε σταματήσει
είχε σταματημένο
είχαν σταματήσει
είχαν σταματημένο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σταματάω, θα σταματώθα σταματάμε, θα σταματούμε
θα σταματάςθα σταματάτε
θα σταματάει, θα σταματάθα σταματάν(ε), θα σταματούν(ε)
Fut
ur
θα σταματήσωθα σταματήσουμε, θα σταματήσομε
θα σταματήσειςθα σταματήσετε
θα σταματήσειθα σταματήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σταματήσει
θα έχω σταματημένο
θα έχουμε σταματήσει
θα έχουμε σταματημένο
θα έχεις σταματήσει
θα έχεις σταματημένο
θα έχετε σταματήσει
θα έχετε σταματημένο
θα έχει σταματήσει
θα έχει σταματημένο
θα έχουν σταματήσει
θα έχουν σταματημένο
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σταματάω, να σταματώνα σταματάμε, να σταματούμε
να σταματάςνα σταματάτε
να σταματάει, να σταματάνα σταματάν(ε), να σταματούν(ε)
Aoristνα σταματήσωνα σταματήσουμε, να σταματήσομε
να σταματήσειςνα σταματήσετε
να σταματήσεινα σταματήσουν(ε)
Perfνα έχω σταματήσει
να έχω σταματημένο
να έχουμε σταματήσει
να έχουμε σταματημένο
να έχεις σταματήσει
να έχεις σταματημένο
να έχετε σταματήσει
να έχετε σταματημένο
να έχει σταματήσει
να έχει σταματημένο
να έχουν σταματήσει
να έχουν σταματημένο
Imper
ativ
Presσταμάτα, σταμάταγεσταματάτε
Aoristσταμάτησε, σταμάτασταματήστε
Part
izip
Presσταματώντας
Perfέχοντας σταματήσει, έχοντας σταματημένο
InfinAoristσταματήσει


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback