παύω  Verb  [pafo, payw]


Beispielsätze παύω

... Κατά την έναρξη της Βυζαντινής περιόδου τον 4ο αι. μ.Χ., η Κλασική Εβραϊκή παύει πλέον να είναι ομιλουμένη γλώσσα, περίπου έναν αιώνα μετά την εμφάνιση του ...

... κατάχρηση εξουσίας, το "χρήμα" και οι περισσότεροι πολίτες απογοητεύονται και παύουν να ενδιαφέρονται για αυτά που τους αφορούν, με κίνδυνο τα αποτελέσματα να ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze einhalten

... Ich hoffe, dass Japan Artikel 9 seiner Verfassung einhalten wird. ...

... Vor seiner Rückkehr auf die politische Bühne hätte er eine längere Schamfrist einhalten sollen. ...

... Du schaffst das nicht allein, wenn du die Frist einhalten willst. ...

Quelle: Hans_Adler, PeterR, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΠΑΥΩ
I pause
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
παύωπαύουμε, παύομεπαύομαιπαυόμαστε
παύειςπαύετεπαύεσαιπαύεστε, παυόσαστε
παύειπαύουν(ε)παύεταιπαύονται
Imper
fekt
έπαυαπαύαμεπαυόμουν(α)παυόμαστε, παυόμασταν
έπαυεςπαύατεπαυόσουν(α)παυόσαστε, παυόσασταν
έπαυεέπαυαν, παύαν(ε)παυόταν(ε)παύονταν, παυόντανε, παυόντουσαν
Aoristέπαψα, έπαυσαπάψαμε, παύσαμεπαύτηκα, παύθηκαπαυτήκαμε, παυθήκαμε
έπαψες, έπαυσεςπάψατε, παύσατεπαύτηκες, παύθηκεςπαυτήκατε, παυθήκατε
έπαψε, έπαυσεέπαψαν, πάψαν(ε)
έπαυσαν, παύσαν(ε)
παύτηκε, παύθηκεπαύτηκαν, παυθήκαν(ε)
Per
fect
έχω πάψει
έχω παύσει
έχουμε πάψει
έχουμε παύσει
έχω παυτεί
έχω παυθεί
έχουμε παυτεί
έχουμε παυθεί
έχεις πάψει
έχεις παύσει
έχετε πάψει
έχετε παύσει
έχεις παυτεί
έχεις παυθεί
έχετε παυτεί
έχετε παυθεί
έχει πάψει
έχει παύσει
έχουν πάψει
έχουν παύσει
έχει παυτεί
έχει παυθεί
έχουν παυτεί
έχουν παυθεί
Plu
per
fect
είχα πάψει
είχα παύσει
είχαμε πάψει
είχαμε παύσει
είχα παυτεί
είχα παυθεί
είχαμε παυτεί
είχαμε παυθεί
είχες πάψει
είχες παύσει
είχατε πάψει
είχατε παύσει
είχες παυτεί
είχες παυθεί
είχατε παυτεί
είχατε παυθεί
είχε πάψει
είχε παύσει
είχαν πάψει
είχαν παύσει
είχε παυτεί
είχε παυθεί
είχαν παυτεί
είχαν παυθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα παύωθα παύουμε, θα παύομεθα παύομαιθα παυόμαστε
θα παύειςθα παύετεθα παύεσαιθα παύεστε, θα παυόσαστε
θα παύειθα παύουν(ε)θα παύεταιθα παύονται
Fut
ur
θα πάψω, θα παύσωθα πάψουμε, θα πάψομε
θα παύσουμε, θα παύσομε
θα παυτώ, θα παυθώθα παυτούμε, θα παυθούμε
θα πάψεις, θα παύσειςθα πάψετε, θα παύσετεθα παυτείς, θα παυθείςθα παυτείτε, θα παυθείτε
θα πάψει, θα παύσειθα πάψουν(ε), θα παύσουν(ε)θα παυτεί, θα παυθείθα παυτούν(ε), θα παυθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πάψει
θα έχω παύσει
θα έχουμε πάψει
θα έχουμε παύσει
θα έχω παυτεί
θα έχω παυθεί
θα έχουμε παυτεί
θα έχουμε παυθεί
θα έχεις πάψει
θα έχεις παύσει
θα έχετε πάψει
θα έχετε παύσει
θα έχεις παυτεί
θα έχεις παυθεί
θα έχετε παυτεί
θα έχετε παυθεί
θα έχει πάψει
θα έχει παύσει
θα έχουν πάψει
θα έχουν παύσει
θα έχει παυτεί
θα έχει παυθεί
θα έχουν παυτεί
θα έχουν παυθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να παύωνα παύουμε, να παύομενα παύομαινα παυόμαστε
να παύειςνα παύετενα παύεσαινα παύεστε, να παυόσαστε
να παύεινα παύουν(ε)να παύεταινα παύονται
Aoristνα πάψω, να παύσωνα πάψουμε, να πάψομε
να παύσουμε, να παύσομε
να παυτώ, να παυθώνα παυτούμε, να παυθούμε
να πάψεις, να παύσειςνα πάψετε, να παύσετενα παυτείς, να παυθείςνα παυτείτε, να παυθείτε
να πάψει, να παύσεινα πάψουν(ε), να παύσουν(ε)να παυτεί, να παυθείνα παυτούν(ε), να παυθούν(ε)
Perfνα έχω πάψει
να έχω παύσει
να έχουμε πάψει
να έχουμε παύσει
να έχω παυτεί
να έχω παυθεί
να έχουμε παυτεί
να έχουμε παυθεί
να έχεις πάψει
να έχεις παύσει
να έχετε πάψει
να έχετε παύσει
να έχεις παυτεί
να έχεις παυθεί
να έχετε παυτεί
να έχετε παυθεί
να έχει πάψει
να έχει παύσει
να έχουν πάψει
να έχουν παύσει
να έχει παυτεί
να έχει παυθεί
να έχουν παυτεί
να έχουν παυθεί
Imper
ativ
Presπαύεπαύετεπαύεστε
Aoristπάψε, παύσεπάψτε, πάψετε
παύστε, παύσετε
παύσουπαυτείτε, παυθείτε
Part
izip
Presπαύονταςπαυόμενος
Perfέχοντας πάψει, έχοντας παύσει
InfinAoristπάψει, παύσειπαυτεί, παυθεί












Griechische Definition zu παύω

παύω [pávo] -ομαι στη σημ. 2 , Ρ.5.1 μππ. παυμένος : 1. βάζω τέλος σε μια ενέργεια, σε μια διαδικασία κτλ., διακόπτω, σταματώ κτ. που κάνω: Έπαψα να πηγαίνω / να ακούω / να μιλάω / να τρώω. Πάψε πια την γκρίνια / τα κλάματα. Πάψε να λες ψέματα / να κάνεις ανοησίες / να κοροϊδεύεις. || (ειδικότ.) σταματώ να μιλάω, σωπαίνω: Πάψε πια! || (ως παράγγελμα) Παύσατε πυρ*. || (έκφρ.) δεν παύω να…, συνεχίζω: Δεν έπαψε να τον αγαπάει. Δεν παύει να αναρωτιέται και να ψάχνει. Δεν παύει να ισχύει / να θεωρείται σημαντικό. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu παύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15