κοιτάζω  Verb  [kitazo, koitazw]

Ähnliche Bedeutung wie κοιτάζω


Beispielsätze κοιτάζω

... γαλλικά : «Α, εδώ είστε, κύριε κόμη! Χαίρομαι που σας βλέπω». Και έφυγε κοιτάζοντας πάντα πίνακες!. Κατά τον Γρηγόριο Δαφνή η συγκεκριμένη πληροφορία δεν ...

... στην ασπίδα της, επειδή το κεφάλι της, ακόμη και νεκρό, πέτρωνε όποιον το κοίταζε. Μέδουσα του Ροντανίνι Ο αστεροειδής 149 Μέδουσα (149 Medusa), που ανακαλύφθηκε ...

... προφανή λόγο, άρχισε να φωνάζει στον Ολίβιε κι έπειτα έμεινε σιωπηλή κοιτάζοντας αόριστα το χώρο. Ωστόσο, εμφανίστηκε στη σκηνή χωρίς κανένα πρόβλημα ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ansehen

... Sollen wir uns in der Stadt Sehenswürdigkeiten ansehen gehen? ...

... Denken wir einmal daran, was wir mit unseren Kindern machen. Wir sagen ihnen nicht: „Manche Menschen denken, dass die Erde rund ist, und andere, dass sie flach ist; wenn du erwachsen bist, kannst du, wenn du möchtest, die Beweise ansehen und dir selbst eine Meinung bilden.“ Stattdessen sagen wir: „Die Erde ist rund.“ Wenn unsere Kinder dann einmal alt genug sind, sich die Beweise anzusehen, hat unsere Propaganda bereits ihren Geist verschlossen. ...

... Wollen wir uns nicht einen Film ansehen gehen? ...

Quelle: Peanutfan, tatomeimei, cumori

Grammatik


ΚΟΙΤΑΖΩ
I look at
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κοιτάζω, koitao">κοιτάω/κοιτώκοιτάζουμε, κοιτάζομεκοιτάζομαικοιταζόμαστε
κοιτάζειςκοιτάζετεκοιτάζεσαικοιτάζεστε, κοιταζόσαστε
κοιτάζεικοιτάζουν(ε)κοιτάζεταικοιτάζονται
Imper
fekt
κοίταζακοιτάζαμεκοιταζόμουν(α)κοιταζόμαστε, κοιταζόμασταν
κοίταζεςκοιτάζατεκοιταζόσουν(α)κοιταζόσαστε, κοιταζόσασταν
κοίταζεκοίταζαν, κοιτάζαν(ε)κοιταζόταν(ε)κοιτάζονταν, κοιταζόντανε, κοιταζόντουσαν
Aoristκοίταξακοιτάξαμεκοιτάχτηκακοιταχτήκαμε
κοίταξεςκοιτάξατεκοιτάχτηκεςκοιταχτήκατε
κοίταξεκοίταξαν, κοιτάξαν(ε)κοιτάχτηκεκοιτάχτηκαν, κοιταχτήκαν(ε)
Per
fect
έχω κοιτάξει
έχω κοιταγμένο
έχουμε κοιτάξει
έχουμε κοιταγμένο
έχω κοιταχτεί
είμαι κοιταγμένος, -η
έχουμε κοιταχτεί
είμαστε κοιταγμένοι, -ες
έχεις κοιτάξει
έχεις κοιταγμένο
έχετε κοιτάξει
έχετε κοιταγμένο
έχεις κοιταχτεί
είσαι κοιταγμένος, -η
έχετε κοιταχτεί
είστε κοιταγμένοι, -ες
έχει κοιτάξει
έχει κοιταγμένο
έχουν κοιτάξει
έχουν κοιταγμένο
έχει κοιταχτεί
είναι κοιταγμένος, -η, -ο
έχουν κοιταχτεί
είναι κοιταγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα κοιτάξει
είχα κοιταγμένο
είχαμε κοιτάξει
είχαμε κοιταγμένο
είχα κοιταχτεί
ήμουν κοιταγμένος, -η
είχαμε κοιταχτεί
ήμαστε κοιταγμένοι, -ες
είχες κοιτάξει
είχες κοιταγμένο
είχατε κοιτάξει
είχατε κοιταγμένο
είχες κοιταχτεί
ήσουν κοιταγμένος, -η
είχατε κοιταχτεί
ήσαστε κοιταγμένοι, -ες
είχε κοιτάξει
είχε κοιταγμένο
είχαν κοιτάξει
είχαν κοιταγμένο
είχε κοιταχτεί
ήταν κοιταγμένος, -η, -ο
είχαν κοιταχτεί
ήταν κοιταγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κοιτάζωθα κοιτάζουμε, θα κοιτάζομεθα κοιτάζομαιθα κοιταζόμαστε
θα κοιτάζειςθα κοιτάζετεθα κοιτάζεσαιθα κοιτάζεστε, θα κοιταζόσαστε
θα κοιτάζειθα κοιτάζουν(ε)θα κοιτάζεταιθα κοιτάζονται
Fut
ur
θα κοιτάξωθα κοιτάξουμε, θα κοιτάξομεθα κοιταχτώθα κοιταχτούμε
θα κοιτάξειςθα κοιτάξετεθα κοιταχτείςθα κοιταχτείτε
θα κοιτάξειθα κοιτάξουν(ε)θα κοιταχτείθα κοιταχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κοιτάξει
θα έχω κοιταγμένο
θα έχουμε κοιτάξει
θα έχουμε κοιταγμένο
θα έχω κοιταχτεί
θα είμαι κοιταγμένος, -η
θα έχουμε κοιταχτεί
θα είμαστε κοιταγμένοι, -ες
θα έχεις κοιτάξει
θα έχεις κοιταγμένο
θα έχετε κοιτάξει
θα έχετε κοιταγμένο
θα έχεις κοιταχτεί
θα είσαι κοιταγμένος, -η
θα έχετε κοιταχτεί
θα είστε κοιταγμένοι, -ες
θα έχει κοιτάξει
θα έχει κοιταγμένο
θα έχουν κοιτάξει
θα έχουν κοιταγμένο
θα έχει κοιταχτεί
θα είναι κοιταγμένος, -η, -ο
θα έχουν κοιταχτεί
θα είναι κοιταγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κοιτάζωνα κοιτάζουμε, να κοιτάζομενα κοιτάζομαινα κοιταζόμαστε
να κοιτάζειςνα κοιτάζετενα κοιτάζεσαινα κοιτάζεστε, να κοιταζόσαστε
να κοιτάζεινα κοιτάζουν(ε)να κοιτάζεταινα κοιτάζονται
Aoristνα κοιτάξωνα κοιτάξουμε, να κοιτάξομενα κοιταχτώνα κοιταχτούμε
να κοιτάξειςνα κοιτάξετενα κοιταχτείςνα κοιταχτείτε
να κοιτάξεινα κοιτάξουν(ε)να κοιταχτείνα κοιταχτούν(ε)
Perfνα έχω κοιτάξει
να έχω κοιταγμένο
να έχουμε κοιτάξει
να έχουμε κοιταγμένο
να έχω κοιταχτεί
να είμαι κοιταγμένος, -η
να έχουμε κοιταχτεί
να είμαστε κοιταγμένοι, -ες
να έχεις κοιτάξει
να έχεις κοιταγμένο
να έχετε κοιτάξει
να έχετε κοιταγμένο
να έχεις κοιταχτεί
να είσαι κοιταγμένος, -η
να έχετε κοιταχτεί
να είστε κοιταγμένοι, -ες
να έχει κοιτάξει
να έχει κοιταγμένο
να έχουν κοιτάξει
να έχουν κοιταγμένο
να έχει κοιταχτεί
να είναι κοιταγμένος, -η, -ο
να έχουν κοιταχτεί
να είναι κοιταγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκοίταζεκοιτάζετεκοιτάζεστε
Aoristκοίταξεκοιτάξτε, κοιτάχτεκοιτάξουκοιταχτείτε
Part
izip
Presκοιτάζοντας
Perfέχοντας κοιτάξει, έχοντας κοιταγμένοκοιταγμένος, -η, -οκοιταγμένοι, -ες, -α
InfinAoristκοιτάξεικοιταχτεί















Person Wortform
Präsens ich gucke
du guckst
er, sie, es guckt
Präteritum ich guckte
Konjunktiv II ich guckte
Imperativ Singular guck!
Plural guckt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geguckt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:gucken










Griechische Definition zu κοιτάζω

κοιτάζω [kitázo] -ομαι μππ. κοιταγμένος : 1α. στρέφω το βλέμμα μου σε κπ. ή σε κτ., επικεντρώνω κάπου την προσοχή μου με σκοπό να δω κπ. ή κτ.: Aν κοιτάξεις προσεκτικά θα δεις ένα μικρό λεκέ. Kοιτούσε από το παράθυρο. Tι κοιτάζεις; Tον κοίταξε με την άκρη του ματιού. Δε γύρισε να κοιτάξει πίσω του. Tη στιγμή εκείνη έτυχε να κοιτάει αλλού. Kοίτα μπροστά σου! Kοίτα πού πατάς! Aντί να κοιτάς μόνο, βοήθησε και λίγο. || Kοιτάει τις μικρές, με ερωτική διάθεση. || (έκφρ.) κοιτάζω κπ. στα μάτια / κατάματα, με ήσυχη τη συνείδησή μου. κοίτα ποιος ήρθε! / τι σου έφερα!, με έκπληξη. με κοίταζε με κάτι γυάλινα* μάτια. || (πληθ.) με αλληλοπάθεια: Kοιταχτήκαμε αλλά δε μίλη σε ο ένας στον άλλο. β. περιεργάζομαι: Mε κοίταξε με θαυμασμό / με τρυφερότητα / με υποψία / με περιφρόνηση. Mε κοίταξε από πάνω ως κάτω. Kοιτιέται στον καθρέφτη. || ΦΡ κοιτάζω κπ. με μισό μάτι* / με το ασπράδι* του ματιού μου. (έκφρ.) κοιτάζω κπ. αφ΄ υψηλού*. ΠAΡ H κότα πίνει νερό, κοιτάει και τον ουρανό / το Θεό, η ευγνωμοσύνη πρέπει να εκδηλώνεται. Kοίτα με να σε κοιτώ να περνούμε τον καιρό, για αργόσχολους ή οκνηρούς. Kάποιου του χάριζαν* γάιδαρο και τον κοίταζε στα δόντια. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κοιτάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15