κάνω  Verb  [kano, kanw]


Beispielsätze κάνω

... Θα σου κάνω παρέα. ...

... Tι έχω να κάνω εγώ με όλα αυτά; ...

... θα κάνω άλλη μια προσπάθεια. ...

Quelle: enteka, enteka, enteka


Beispielsätze machen

... Ausländer machen mich neugierig. ...

... Ich hätte es ohne dich nicht machen können. Danke. ...

... Lasst es mich wissen, wenn ich irgendwelche Änderungen machen muss. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, MUIRIEL

Grammatik


ΚΑΝΩ
I do, make
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κάνωκάνουμε, κάνομε
κάνειςκάνετε
κάνεικάνουν(ε)
Imper
fekt
έκανακάναμε
έκανεςκάνατε
έκανεέκαναν, κάναν(ε)
Aoristέκανα, έκαμακάναμε, κάμαμε
έκανες, έκαμεςκάνατε, κάματε
έκανε, έκαμεέκαναν, κάναν(ε), έκαμαν, κάμαν(ε)
Per
fect
έχω κάνει
έχω κάμει
έχω καμωμένο
έχουμε κάνει
έχουμε κάμει
έχουμε καμωμένο
έχεις κάνει
έχεις κάμει
έχεις καμωμένο
έχετε κάνει
έχετε κάμει
έχετε καμωμένο
έχει κάνει
έχει κάμει
έχει καμωμένο
έχουν κάνει
έχουν κάμει
έχουν καμωμένο
Plu
per
fect
είχα κάνει
είχα κάμει
είχα καμωμένο
είχαμε κάνει
είχαμε κάμει
είχαμε καμωμένο
είχες κάνει
είχες κάμει
είχες καμωμένο
είχατε κάνει
είχατε κάμει
είχατε καμωμένο
είχε κάνει
είχε κάμει
είχε καμωμένο
είχαν κάνει
είχαν κάμει
είχαν καμωμένο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κάνωθα κάνουμε, θα κάνομε
θα κάνειςθα κάνετε
θα κάνειθα κάνουν(ε)
Fut
ur
θα κάνω, θα κάμωθα κάνουμε, θα κάμουμε
θα κάνεις, θα κάμειςθα κάνετε, θα κάμετε
θα κάνει, θα κάμειθα κάνουν(ε), θα κάμουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κάνει
θα έχω κάμει
θα έχω καμωμένο
θα έχουμε κάνει
θα έχουμε κάμει
θα έχουμε καμωμένο
θα έχεις κάνει
θα έχεις κάμει
θα έχεις καμωμένο
θα έχετε κάνει
θα έχετε κάμει
θα έχετε καμωμένο
θα έχει κάνει
θα έχει κάμει
θα έχει καμωμένο
θα έχουν κάνει
θα έχουν κάμει
θα έχουν καμωμένο
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κάνωνα κάνουμε, να κάνομε
να κάνειςνα κάνετε
να κάνεινα κάνουν(ε)
Aoristνα κάνω, να κάμωνα κάνουμε, να κάμουμε
να κάνεις, να κάμειςνα κάνετε, να κάμετε
να κάνει, να κάμεινα κάνουν(ε), να κάμουν(ε)
Perfνα έχω κάνει
να έχω κάμει
να έχω καμωμένο
να έχουμε κάνει
να έχουμε κάμει
να έχουμε καμωμένο
να έχεις κάνει
να έχεις κάμει
να έχεις καμωμένο
να έχετε κάνει
να έχετε κάμει
να έχετε καμωμένο
να έχει κάνει
να έχει κάμει
να έχει καμωμένο
να έχουν κάνει
να έχουν κάμει
να έχουν καμωμένο
Imper
ativ
Presκάνεκάνετε
Aoristκάνε, κάμεκάντε, κάμετε
Part
izip
Presκάνοντας
Perfέχοντας κάνει
έχοντας κάμει
έχοντας καμωμένο
InfinAoristκάνει, κάμει



Person Wortform
Präsens ich mache
du machst
er, sie, es macht
Präteritum ich machte
Konjunktiv II ich machte
Imperativ Singular mache!
mach!
Plural macht!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gemacht haben
Alle weiteren Formen: Flexion:machen



Person Wortform
Präsens ich zeuge
du zeugst
er, sie, es zeugt
Präteritum ich zeugte
Konjunktiv II ich zeugte
Imperativ Singular zeuge!
zeug!
Plural zeugt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gezeugt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:zeugen










Griechische Definition zu κάνω

κάνω [káno] Ρ πρτ. έκανα, αόρ. έκανα και (σπάν.) έκαμα, απαρέμφ. κάνει και (σπάν.) κάμει, μππ. καμωμένος· (πρβ. γίνομαι, ως αντίστοιχο παθ.) : I1. ως γενικό συνώνυμο ρημάτων που δηλώνουν, με μεγαλύτερη ακρίβεια, ότι το υποκείμενο κατασκευάζει, δημιουργεί, παράγει, με τις σωματικές του δυνάμεις ή με τις πνευματικές του ικανότητες, ένα υλικό ή πνευματικό έργο· φτιάχνω. α1. ασχολούμαι, συνήθ. επαγγελματικά, με την κατασκευή ενός έργου ή με την παραγωγή ενός προϊόντος: Kάνει σπίτια, χτίζει. Kάνει γυναικεία ρούχα, ράβει. Kάνει παπούτσια, κατασκευά ζει. H εταιρεία μας κάνει ούζο από το 1900, παράγει. Φέτος κάναμε βαμβάκι, καλλιεργήσαμε. α2. επισκευάζω κτ.: Ήρθε ο υδραυλικός να κάνει τη βρύση. α3. αναθέτω σε κπ. να κατασκευάσει, να ετοιμάσει, να επιδιορθώσει κτ. για λογαριασμό μου: Πρέπει να κάνω ένα παλτό. Kάναμε τα καλοριφέρ. β. (για πνευματική δημιουργία): κάνω ένα ποίημα / τραγούδι, συνθέτω, γράφω. κάνω έναν πίνακα, ζωγραφίζω. κάνω ένα νόμο, συντάσσω. γ. παράγω ή αναπαράγομαι, βιολογικά: H γη κάνει καρπούς. H κερασιά δεν έκανε φέτος κεράσια. H αγελάδα κάνει γάλα. κάνω ένα παιδί, γεννώ ή αποκτώ. Δεν κάνουν παιδιά, για ζευγάρι που δε θέλει ή που δεν μπορεί να αποκτήσει παιδιά. Tης έκανε δύο παιδιά, για άντρα από τον οποίο μένει έγκυος μια γυναίκα. Tου έκανε δυο παιδιά, για γυναίκα, του χάρισε. || Ο Θεός έκανε τον κόσμο / τον άνθρωπο, τον δημιούργησε, τον έπλασε. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κάνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15