zeugen
 Verb

κάνω Verb
(18)
προκαλώ Verb
(0)
δημιουργώ Verb
(0)
DeutschGriechisch
Und dann soll der Tabak verboten werden, damit nicht geraucht und der Krebs bekämpft wird: Das ist genauso, als wenn man den Anbau von Wein verbieten würde, um den Alkoholmißbrauch zu bekämpfen; wenn man keine Schweine mehr züchten würde, weil sie Cholesterin enthalten, das zum Herzinfarkt führt, und es sei mir noch ein vielleicht harter Vergleich erlaubt keine Kinder mehr zeugen würde, um die Pädophilie zu bekämpfen!Η απαγόρευση της καλλιέργειας του καπνού για να εκλείψει το κάπνισμα θα ήταν σαν να απαγορεύαμε την καλλιέργεια του σταφυλιού για να καταπολεμήσουμε τον αλκοολισμό. δεν θα έπρεπε συνεπώς να εκτρέφουμε χοίρους γιατί περιέχουν χοληστερίνη που προκαλεί έμφραγμα και, εάν μου επιτρέπετε καταλήγοντας να κάνω ακόμη μία πιο σφοδρή σύγκριση, δεν θα πρέπει να κάνουμε παιδιά για να καταπολεμήσουμε την παιδεραστία!

Übersetzung bestätigt

Deutsche Synonyme
zeugen
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κάνωκάνουμε, κάνομε
κάνειςκάνετε
κάνεικάνουν(ε)
Imper
fekt
έκανακάναμε
έκανεςκάνατε
έκανεέκαναν, κάναν(ε)
Aoristέκανα, έκαμακάναμε, κάμαμε
έκανες, έκαμεςκάνατε, κάματε
έκανε, έκαμεέκαναν, κάναν(ε), έκαμαν, κάμαν(ε)
Per
fekt
έχω κάνει
έχω κάμει
έχω καμωμένο
έχουμε κάνει
έχουμε κάμει
έχουμε καμωμένο
έχεις κάνει
έχεις κάμει
έχεις καμωμένο
έχετε κάνει
έχετε κάμει
έχετε καμωμένο
έχει κάνει
έχει κάμει
έχει καμωμένο
έχουν κάνει
έχουν κάμει
έχουν καμωμένο
Plu
per
fekt
είχα κάνει
είχα κάμει
είχα καμωμένο
είχαμε κάνει
είχαμε κάμει
είχαμε καμωμένο
είχες κάνει
είχες κάμει
είχες καμωμένο
είχατε κάνει
είχατε κάμει
είχατε καμωμένο
είχε κάνει
είχε κάμει
είχε καμωμένο
είχαν κάνει
είχαν κάμει
είχαν καμωμένο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κάνωθα κάνουμε, θα κάνομε
θα κάνειςθα κάνετε
θα κάνειθα κάνουν(ε)
Fut
ur
θα κάνω, θα κάμωθα κάνουμε, θα κάμουμε
θα κάνεις, θα κάμειςθα κάνετε, θα κάμετε
θα κάνει, θα κάμειθα κάνουν(ε), θα κάμουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κάνει
θα έχω κάμει
θα έχω καμωμένο
θα έχουμε κάνει
θα έχουμε κάμει
θα έχουμε καμωμένο
θα έχεις κάνει
θα έχεις κάμει
θα έχεις καμωμένο
θα έχετε κάνει
θα έχετε κάμει
θα έχετε καμωμένο
θα έχει κάνει
θα έχει κάμει
θα έχει καμωμένο
θα έχουν κάνει
θα έχουν κάμει
θα έχουν καμωμένο
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κάνωνα κάνουμε, να κάνομε
να κάνειςνα κάνετε
να κάνεινα κάνουν(ε)
Aoristνα κάνω, να κάμωνα κάνουμε, να κάμουμε
να κάνεις, να κάμειςνα κάνετε, να κάμετε
να κάνει, να κάμεινα κάνουν(ε), να κάμουν(ε)
Perfνα έχω κάνει
να έχω κάμει
να έχω καμωμένο
να έχουμε κάνει
να έχουμε κάμει
να έχουμε καμωμένο
να έχεις κάνει
να έχεις κάμει
να έχεις καμωμένο
να έχετε κάνει
να έχετε κάμει
να έχετε καμωμένο
να έχει κάνει
να έχει κάμει
να έχει καμωμένο
να έχουν κάνει
να έχουν κάμει
να έχουν καμωμένο
Imper
ativ
Presκάνεκάνετε
Aoristκάνε, κάμεκάντε, κάμετε
Part
izip
Presκάνοντας
Perfέχοντας κάνει
έχοντας κάμει
έχοντας καμωμένο
InfinAoristκάνει, κάμει



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
προκαλώπροκαλούμεπροκαλούμαιπροκαλούμαστε
προκαλείςπροκαλείτεπροκαλείσαιπροκαλείστε
προκαλείπροκαλούν(ε)προκαλείταιπροκαλούνται
Imper
fekt
προκαλούσαπροκαλούσαμε
προκαλούσεςπροκαλούσατε
προκαλούσεπροκαλούσαν(ε)προκαλούνταν, προκαλείτοπροκαλούνταν, προκαλούντο
Aoristπροκάλεσαπροκαλέσαμεπροκλήθηκαπροκληθήκαμε
προκάλεσεςπροκαλέσατεπροκλήθηκεςπροκληθήκατε
προκάλεσεπροκάλεσαν, προκαλέσαν(ε)προκλήθηκεπροκλήθηκαν, προκληθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω προκαλέσειέχουμε προκαλέσειέχω προκληθείέχουμε προκληθεί
έχεις προκαλέσειέχετε προκαλέσειέχεις προκληθείέχετε προκληθεί
έχει προκαλέσειέχουν προκαλέσειέχει προκληθείέχουν προκληθεί
Plu
perf
ekt
είχα προκαλέσειείχαμε προκαλέσειείχα προκληθείείχαμε προκληθεί
είχες προκαλέσειείχατε προκαλέσειείχες προκληθείείχατε προκληθεί
είχε προκαλέσειείχαν προκαλέσειείχε προκληθείείχαν προκληθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα προκαλώθα προκαλούμεθα προκαλούμαιθα προκαλούμαστε
θα προκαλείςθα προκαλείτεθα προκαλείσαιθα προκαλείστε
θα προκαλείθα προκαλούν(ε)θα προκαλείταιθα προκαλούνται
Fut
ur
θα προκαλέσωθα προκαλέσουμε, θα προκαλέσομεθα προκληθώθα προκληθούμε
θα προκαλέσειςθα προκαλέσετεθα προκληθείςθα προκληθείτε
θα προκαλέσειθα προκαλέσουν(ε)θα προκληθείθα προκληθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω προκαλέσειθα έχουμε προκαλέσειθα έχω προκληθείθα έχουμε προκληθεί
θα έχεις προκαλέσειθα έχετε προκαλέσειθα έχεις προκληθείθα έχετε προκληθεί
θα έχει προκαλέσειθα έχουν προκαλέσειθα έχει προκληθείθα έχουν προκληθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να προκαλώνα προκαλούμενα προκαλούμαινα προκαλούμαστε
να προκαλείςνα προκαλείτενα προκαλείσαινα προκαλείστε
να προκαλείνα προκαλούν(ε)να προκαλείταινα προκαλούνται
Aoristνα προκαλέσωνα προκαλέσουμε, να προκαλέσομενα προκληθώνα προκληθούμε
να προκαλέσειςνα προκαλέσετενα προκληθείςνα προκληθείτε
να προκαλέσεινα προκαλέσουν(ε)να προκληθείνα προκληθούν(ε)
Perfνα έχω προκαλέσεινα έχουμε προκαλέσεινα έχω προκληθείνα έχουμε προκληθεί
να έχεις προκαλέσεινα έχετε προκαλέσεινα έχεις προκληθείνα έχετε προκληθεί
να έχει προκαλέσεινα έχουν προκαλέσεινα έχει προκληθείνα έχουν προκληθεί
Imper
ativ
Presπροκαλείτεπροκαλείστε
Aoristπροκάλεσεπροκαλέστε, προκαλέσετεπροκληθείτε
Part
izip
Presπροκαλώνταςπροκαλούμενος
Perfέχοντας προκαλέσει
InfinAoristπροκαλέσειπροκληθεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δημιουργώδημιουργούμεδημιουργούμαιδημιουργούμαστε
δημιουργείςδημιουργείτεδημιουργείσαιδημιουργείστε
δημιουργείδημιουργούν(ε)δημιουργείταιδημιουργούνται
Imper
fekt
δημιουργούσαδημιουργούσαμεδημιουργούμουνδημιουργούμαστε
δημιουργούσεςδημιουργούσατε
δημιουργούσεδημιουργούσαν(ε)δημιουργούνταν, δημιουργείτοδημιουργούνταν, δημιουργούντο
Aoristδημιούργησαδημιουργήσαμεδημιουργήθηκαδημιουργηθήκαμε
δημιούργησεςδημιουργήσατεδημιουργήθηκεςδημιουργηθήκατε
δημιούργησεδημιούργησαν, δημιουργήσαν(ε)δημιουργήθηκεδημιουργήθηκαν, δημιουργηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω δημιουργήσει
έχω δημιουργημένο
έχουμε δημιουργήσει
έχουμε δημιουργημένο
έχω δημιουργηθεί
είμαι δημιουργημένος, -η
έχουμε δημιουργηθεί
είμαστε δημιουργημένοι, -ες
έχεις δημιουργήσει
έχεις δημιουργημένο
έχετε δημιουργήσει
έχετε δημιουργημένο
έχεις δημιουργηθεί
είσαι δημιουργημένος, -η
έχετε δημιουργηθεί
είστε δημιουργημένοι, -ες
έχει δημιουργήσει
έχει δημιουργημένο
έχουν δημιουργήσει
έχουν δημιουργημένο
έχει δημιουργηθεί
είναι δημιουργημένος, -η, -ο
έχουν δημιουργηθεί
είναι δημιουργημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα δημιουργήσει
είχα δημιουργημένο
είχαμε δημιουργήσει
είχαμε δημιουργημένο
είχα δημιουργηθεί
ήμουν δημιουργημένος, -η
είχαμε δημιουργηθεί
ήμαστε δημιουργημένοι, -ες
είχες δημιουργήσει
είχες δημιουργημένο
είχατε δημιουργήσει
είχατε δημιουργημένο
είχες δημιουργηθεί
ήσουν δημιουργημένος, -η
είχατε δημιουργηθεί
ήσαστε δημιουργημένοι, -ες
είχε δημιουργήσει
είχε δημιουργημένο
είχαν δημιουργήσει
είχαν δημιουργημένο
είχε δημιουργηθεί
ήταν δημιουργημένος, -η, -ο
είχαν δημιουργηθεί
ήταν δημιουργημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δημιουργώθα δημιουργούμεθα δημιουργούμαιθα δημιουργούμαστε
θα δημιουργείςθα δημιουργείτεθα δημιουργείσαιθα δημιουργείστε
θα δημιουργείθα δημιουργούν(ε)θα δημιουργείταιθα δημιουργούνται
Fut
ur
θα δημιουργήσωθα δημιουργήσουμεθα δημιουργηθώθα δημιουργηθούμε
θα δημιουργήσειςθα δημιουργήσετεθα δημιουργηθείςθα δημιουργηθείτε
θα δημιουργήσειθα δημιουργήσουν(ε)θα δημιουργηθείθα δημιουργηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δημιουργήσει
θα έχω δημιουργημένο
θα έχουμε δημιουργήσει
θα έχουμε δημιουργημένο
θα έχω δημιουργηθεί
θα είμαι δημιουργημένος, -η
θα έχουμε δημιουργηθεί
θα είμαστε δημιουργημένοι, -ες
θα έχεις δημιουργήσει
θα έχεις δημιουργημένο
θα έχετε δημιουργήσει
θα έχετε δημιουργημένο
θα έχεις δημιουργηθεί
θα είσαι δημιουργημένος, -η
θα έχετε δημιουργηθεί
θα είστε δημιουργημένοι, -η
θα έχει δημιουργήσει
θα έχει δημιουργημένο
θα έχουν δημιουργήσει
θα έχουν δημιουργημένο
θα έχει δημιουργηθεί
θα είναι δημιουργημένος, -η, -ο
θα έχουν δημιουργηθεί
θα είναι δημιουργημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δημιουργώνα δημιουργούμενα δημιουργούμαινα δημιουργούμαστε
να δημιουργείςνα δημιουργείτενα δημιουργείσαινα δημιουργείστε
να δημιουργείνα δημιουργούν(ε)να δημιουργείταινα δημιουργούνται
Aoristνα δημιουργήσωνα δημιουργήσουμε, να δημιουργήσομενα δημιουργηθώνα δημιουργηθούμε
να δημιουργήσειςνα δημιουργήσετενα δημιουργηθείςνα δημιουργηθείτε
να δημιουργήσεινα δημιουργήσουν(ε)να δημιουργηθείνα δημιουργηθούν(ε)
Perfνα έχω δημιουργήσει
να έχω δημιουργημένο
να έχουμε δημιουργήσει
να έχουμε δημιουργημένο
να έχω δημιουργηθεί
να είμαι δημιουργημένος, -η
να έχουμε δημιουργηθεί
να είμαστε δημιουργημένοι, -ες
να έχεις δημιουργήσει
να έχεις δημιουργημένο
να έχετε δημιουργήσει
να έχετε δημιουργημένο
να έχεις δημιουργηθεί
να είσαι δημιουργημένος, -η
να έχετε δημιουργηθεί
να είστε δημιουργημένοι, -ες
να έχει δημιουργήσει
να έχει δημιουργημένο
να έχουν δημιουργήσει
να έχουν δημιουργημένο
να έχει δημιουργηθεί
να είναι δημιουργημένος, -η, -ο
να έχουν δημιουργηθεί
να είναι δημιουργημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδημιουργείτεδημιουργείστε
Aoristδημιούργησεδημιουργήστε, δημιουργήσετεδημιουργήσουδημιουργηθείτε
Part
izip
Presδημιουργώντας
Perfέχοντας δημιουργήσει, έχοντας δημιουργημένοδημιουργημένος, -η, -οδημιουργημένοι, -ες, -α
InfinAoristδημιουργήσειδημιουργηθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback