δημιουργώ  Verb  [dimiurgo, dimiurro, thimiurgo, dhmioyrgw]

Ähnliche Bedeutung wie δημιουργώ


Beispielsätze δημιουργώ

... Η «δημιουργία, ξανά!» είναι πολιτικό κόμμα με φιλοευρωπαϊκό και μεταρρυθμιστικό προσανατολισμό, το οποίο ιδρύθηκε στα τέλη του 2011, από το Θάνο Τζήμερο ...

... απονεμόταν για ηρωικές στρατιωτικές πράξεις στη Ρωσική Αυτοκρατορία. Δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία της Αυτοκράτειρας Αικατερίνης Β΄, η οποία και κατέστη ...

... Χριστού στη δημιουργία του κόσμου. Δεν χωρίζει η δημιουργία από τη σωτηρία. Ο Σωτήρας του κόσμου είναι ο αγαθός και καλοπροαίρετος Δημιουργός και όχι ο ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze erschaffen

... Ich denke die Tatsache, dass die einzige Lebensform, die wir bislang erschaffen haben, rein destruktiv ist, sagt etwas über das Wesen des Menschen aus. ...

... Sechsundsechzig Prozent der US-Amerikaner denken, die Welt sei in sechs Tagen erschaffen worden. ...

... Ich verstand, dass meine Süchte nichts anderes sind als Schmerztöter, erschaffen um mein Bewusstsein von den wirklichen Problemen fern zu halten. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, al_ex_an_der

Grammatik


ΔΗΜΙΟΥΡΓΩ
I create
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δημιουργώδημιουργούμεδημιουργούμαιδημιουργούμαστε
δημιουργείςδημιουργείτεδημιουργείσαιδημιουργείστε
δημιουργείδημιουργούν(ε)δημιουργείταιδημιουργούνται
Imper
fekt
δημιουργούσαδημιουργούσαμεδημιουργούμουνδημιουργούμαστε
δημιουργούσεςδημιουργούσατε
δημιουργούσεδημιουργούσαν(ε)δημιουργούνταν, δημιουργείτοδημιουργούνταν, δημιουργούντο
Aoristδημιούργησαδημιουργήσαμεδημιουργήθηκαδημιουργηθήκαμε
δημιούργησεςδημιουργήσατεδημιουργήθηκεςδημιουργηθήκατε
δημιούργησεδημιούργησαν, δημιουργήσαν(ε)δημιουργήθηκεδημιουργήθηκαν, δημιουργηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω δημιουργήσει
έχω δημιουργημένο
έχουμε δημιουργήσει
έχουμε δημιουργημένο
έχω δημιουργηθεί
είμαι δημιουργημένος, -η
έχουμε δημιουργηθεί
είμαστε δημιουργημένοι, -ες
έχεις δημιουργήσει
έχεις δημιουργημένο
έχετε δημιουργήσει
έχετε δημιουργημένο
έχεις δημιουργηθεί
είσαι δημιουργημένος, -η
έχετε δημιουργηθεί
είστε δημιουργημένοι, -ες
έχει δημιουργήσει
έχει δημιουργημένο
έχουν δημιουργήσει
έχουν δημιουργημένο
έχει δημιουργηθεί
είναι δημιουργημένος, -η, -ο
έχουν δημιουργηθεί
είναι δημιουργημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα δημιουργήσει
είχα δημιουργημένο
είχαμε δημιουργήσει
είχαμε δημιουργημένο
είχα δημιουργηθεί
ήμουν δημιουργημένος, -η
είχαμε δημιουργηθεί
ήμαστε δημιουργημένοι, -ες
είχες δημιουργήσει
είχες δημιουργημένο
είχατε δημιουργήσει
είχατε δημιουργημένο
είχες δημιουργηθεί
ήσουν δημιουργημένος, -η
είχατε δημιουργηθεί
ήσαστε δημιουργημένοι, -ες
είχε δημιουργήσει
είχε δημιουργημένο
είχαν δημιουργήσει
είχαν δημιουργημένο
είχε δημιουργηθεί
ήταν δημιουργημένος, -η, -ο
είχαν δημιουργηθεί
ήταν δημιουργημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δημιουργώθα δημιουργούμεθα δημιουργούμαιθα δημιουργούμαστε
θα δημιουργείςθα δημιουργείτεθα δημιουργείσαιθα δημιουργείστε
θα δημιουργείθα δημιουργούν(ε)θα δημιουργείταιθα δημιουργούνται
Fut
ur
θα δημιουργήσωθα δημιουργήσουμεθα δημιουργηθώθα δημιουργηθούμε
θα δημιουργήσειςθα δημιουργήσετεθα δημιουργηθείςθα δημιουργηθείτε
θα δημιουργήσειθα δημιουργήσουν(ε)θα δημιουργηθείθα δημιουργηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δημιουργήσει
θα έχω δημιουργημένο
θα έχουμε δημιουργήσει
θα έχουμε δημιουργημένο
θα έχω δημιουργηθεί
θα είμαι δημιουργημένος, -η
θα έχουμε δημιουργηθεί
θα είμαστε δημιουργημένοι, -ες
θα έχεις δημιουργήσει
θα έχεις δημιουργημένο
θα έχετε δημιουργήσει
θα έχετε δημιουργημένο
θα έχεις δημιουργηθεί
θα είσαι δημιουργημένος, -η
θα έχετε δημιουργηθεί
θα είστε δημιουργημένοι, -η
θα έχει δημιουργήσει
θα έχει δημιουργημένο
θα έχουν δημιουργήσει
θα έχουν δημιουργημένο
θα έχει δημιουργηθεί
θα είναι δημιουργημένος, -η, -ο
θα έχουν δημιουργηθεί
θα είναι δημιουργημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δημιουργώνα δημιουργούμενα δημιουργούμαινα δημιουργούμαστε
να δημιουργείςνα δημιουργείτενα δημιουργείσαινα δημιουργείστε
να δημιουργείνα δημιουργούν(ε)να δημιουργείταινα δημιουργούνται
Aoristνα δημιουργήσωνα δημιουργήσουμε, να δημιουργήσομενα δημιουργηθώνα δημιουργηθούμε
να δημιουργήσειςνα δημιουργήσετενα δημιουργηθείςνα δημιουργηθείτε
να δημιουργήσεινα δημιουργήσουν(ε)να δημιουργηθείνα δημιουργηθούν(ε)
Perfνα έχω δημιουργήσει
να έχω δημιουργημένο
να έχουμε δημιουργήσει
να έχουμε δημιουργημένο
να έχω δημιουργηθεί
να είμαι δημιουργημένος, -η
να έχουμε δημιουργηθεί
να είμαστε δημιουργημένοι, -ες
να έχεις δημιουργήσει
να έχεις δημιουργημένο
να έχετε δημιουργήσει
να έχετε δημιουργημένο
να έχεις δημιουργηθεί
να είσαι δημιουργημένος, -η
να έχετε δημιουργηθεί
να είστε δημιουργημένοι, -ες
να έχει δημιουργήσει
να έχει δημιουργημένο
να έχουν δημιουργήσει
να έχουν δημιουργημένο
να έχει δημιουργηθεί
να είναι δημιουργημένος, -η, -ο
να έχουν δημιουργηθεί
να είναι δημιουργημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδημιουργείτεδημιουργείστε
Aoristδημιούργησεδημιουργήστε, δημιουργήσετεδημιουργήσουδημιουργηθείτε
Part
izip
Presδημιουργώντας
Perfέχοντας δημιουργήσει, έχοντας δημιουργημένοδημιουργημένος, -η, -οδημιουργημένοι, -ες, -α
InfinAoristδημιουργήσειδημιουργηθεί







Person Wortform
Präsens ich zeuge
du zeugst
er, sie, es zeugt
Präteritum ich zeugte
Konjunktiv II ich zeugte
Imperativ Singular zeuge!
zeug!
Plural zeugt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gezeugt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:zeugen




Griechische Definition zu δημιουργώ

δημιουργώ [δimiurγó] -ούμαι : 1. παράγω κτ., κάνω να υπάρξει κτ. που πριν δεν υπήρχε: Tίποτε δε δημιουργείται από το μηδέν. Ο άνθρωπος δημιούργησε τις τέχνες και τις επιστήμες. Mε τις επενδύσεις δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας. H πρόοδος της τεχνολογίας δημιούργησε νέες ανάγκες / δυνατότητες / προοπτικές. || (για το Θεό) δίνω υπόσταση, οντότητα, ζωή: Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε έξι ημέρες. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu δημιουργώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15