schmieden
 Verb

κάνω Verb
(4)
πλέκω Verb
(0)
συνωμοτώ Verb
(0)
DeutschGriechisch
Es ist an der Zeit, Pläne zu schmieden.Είναι καιρός να κάνω καποια συγκεκριμένα σχέδια.

Übersetzung nicht bestätigt

Ich werde anfangen, Pläne zu schmieden.Θέλω να ξεκινήσω να κάνω σχέδια.

Übersetzung nicht bestätigt

Ich bin fertig damit, Pläne zu schmieden.Τελείωσα με το να κάνω σχέδια.

Übersetzung nicht bestätigt

Ich habe anderes zu tun, als teuflische Pläne für eine Weihnachtsfeier zu schmieden.Άκου, έχω καλύτερα πράγματα να κάνω από το να επινοώ διαβολικά χριστουγεννιάτικα δείπνα!

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κάνωκάνουμε, κάνομε
κάνειςκάνετε
κάνεικάνουν(ε)
Imper
fekt
έκανακάναμε
έκανεςκάνατε
έκανεέκαναν, κάναν(ε)
Aoristέκανα, έκαμακάναμε, κάμαμε
έκανες, έκαμεςκάνατε, κάματε
έκανε, έκαμεέκαναν, κάναν(ε), έκαμαν, κάμαν(ε)
Per
fekt
έχω κάνει
έχω κάμει
έχω καμωμένο
έχουμε κάνει
έχουμε κάμει
έχουμε καμωμένο
έχεις κάνει
έχεις κάμει
έχεις καμωμένο
έχετε κάνει
έχετε κάμει
έχετε καμωμένο
έχει κάνει
έχει κάμει
έχει καμωμένο
έχουν κάνει
έχουν κάμει
έχουν καμωμένο
Plu
per
fekt
είχα κάνει
είχα κάμει
είχα καμωμένο
είχαμε κάνει
είχαμε κάμει
είχαμε καμωμένο
είχες κάνει
είχες κάμει
είχες καμωμένο
είχατε κάνει
είχατε κάμει
είχατε καμωμένο
είχε κάνει
είχε κάμει
είχε καμωμένο
είχαν κάνει
είχαν κάμει
είχαν καμωμένο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κάνωθα κάνουμε, θα κάνομε
θα κάνειςθα κάνετε
θα κάνειθα κάνουν(ε)
Fut
ur
θα κάνω, θα κάμωθα κάνουμε, θα κάμουμε
θα κάνεις, θα κάμειςθα κάνετε, θα κάμετε
θα κάνει, θα κάμειθα κάνουν(ε), θα κάμουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κάνει
θα έχω κάμει
θα έχω καμωμένο
θα έχουμε κάνει
θα έχουμε κάμει
θα έχουμε καμωμένο
θα έχεις κάνει
θα έχεις κάμει
θα έχεις καμωμένο
θα έχετε κάνει
θα έχετε κάμει
θα έχετε καμωμένο
θα έχει κάνει
θα έχει κάμει
θα έχει καμωμένο
θα έχουν κάνει
θα έχουν κάμει
θα έχουν καμωμένο
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κάνωνα κάνουμε, να κάνομε
να κάνειςνα κάνετε
να κάνεινα κάνουν(ε)
Aoristνα κάνω, να κάμωνα κάνουμε, να κάμουμε
να κάνεις, να κάμειςνα κάνετε, να κάμετε
να κάνει, να κάμεινα κάνουν(ε), να κάμουν(ε)
Perfνα έχω κάνει
να έχω κάμει
να έχω καμωμένο
να έχουμε κάνει
να έχουμε κάμει
να έχουμε καμωμένο
να έχεις κάνει
να έχεις κάμει
να έχεις καμωμένο
να έχετε κάνει
να έχετε κάμει
να έχετε καμωμένο
να έχει κάνει
να έχει κάμει
να έχει καμωμένο
να έχουν κάνει
να έχουν κάμει
να έχουν καμωμένο
Imper
ativ
Presκάνεκάνετε
Aoristκάνε, κάμεκάντε, κάμετε
Part
izip
Presκάνοντας
Perfέχοντας κάνει
έχοντας κάμει
έχοντας καμωμένο
InfinAoristκάνει, κάμει



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πλέκωπλέκουμε, πλέκομεπλέκομαιπλεκόμαστε
πλέκειςπλέκετεπλέκεσαιπλέκεστε, πλεκόσαστε
πλέκειπλέκουν(ε)πλέκεταιπλέκονται
Imper
fekt
έπλεκαπλέκαμεπλεκόμουν(α)πλεκόμαστε, πλεκόμασταν
έπλεκεςπλέκατεπλεκόσουν(α)πλεκόσαστε, πλεκόσασταν
έπλεκεέπλεκαν, πλέκαν(ε)πλεκόταν(ε)πλέκονταν, πλεκόντανε, πλεκόντουσαν
Aoristέπλεξαπλέξαμεπλέχτηκαπλεχτήκαμε
έπλεξεςπλέξατεπλέχτηκεςπλεχτήκατε
έπλεξεέπλεξαν, πλέξαν(ε)πλέχτηκεπλέχτηκαν, πλεχτήκαν(ε)
Per
fekt
έχω πλέξει
έχω πλεγμένο
έχουμε πλέξει
έχουμε πλεγμένο
έχω πλεχτεί
είμαι πλεγμένος, -η
έχουμε πλεχτεί
είμαστε πλεγμένοι, -ες
έχεις πλέξει
έχεις πλεγμένο
έχετε πλέξει
έχετε πλεγμένο
έχεις πλεχτεί
είσαι πλεγμένος, -η
έχετε πλεχτεί
είστε πλεγμένοι, -ες
έχει πλέξει
έχει πλεγμένο
έχουν πλέξει
έχουν πλεγμένο
έχει πλεχτεί
είναι πλεγμένος, -η, -ο
έχουν πλεχτεί
είναι πλεγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα πλέξει
είχα πλεγμένο
είχαμε πλέξει
είχαμε πλεγμένο
είχα πλεχτεί
ήμουν πλεγμένος, -η
είχαμε πλεχτεί
ήμαστε πλεγμένοι, -ες
είχες πλέξει
είχες πλεγμένο
είχατε πλέξει
είχατε πλεγμένο
είχες πλεχτεί
ήσουν πλεγμένος, -η
είχατε πλεχτεί
ήσαστε πλεγμένοι, -ες
είχε πλέξει
είχε πλεγμένο
είχαν πλέξει
είχαν πλεγμένο
είχε πλεχτεί
ήταν πλεγμένος, -η, -ο
είχαν πλεχτεί
ήταν πλεγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πλέκωθα πλέκουμε, θα πλέκομεθα πλέκομαιθα πλεκόμαστε
θα πλέκειςθα πλέκετεθα πλέκεσαιθα πλέκεστε, θα πλεκόσαστε
θα πλέκειθα πλέκουν(ε)θα πλέκεταιθα πλέκονται
Fut
ur
θα πλέξωθα πλέξουμε, θα πλέξομεθα πλεχτώθα πλεχτούμε
θα πλέξειςθα πλέξετεθα πλεχτείςθα πλεχτείτε
θα πλέξειθα πλέξουν(ε)θα πλεχτείθα πλεχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πλέξει
θα έχω πλεγμένο
θα έχουμε πλέξει
θα έχουμε πλεγμένο
θα έχω πλεχτεί
θα είμαι πλεγμένος, -η
θα έχουμε πλεχτεί
θα είμαστε πλεγμένοι, -ες
θα έχεις πλέξει
θα έχεις πλεγμένο
θα έχετε πλέξει
θα έχετε πλεγμένο
θα έχεις πλεχτεί
θα είσαι πλεγμένος, -η
θα έχετε πλεχτεί
θα είστε πλεγμένοι, -ες
θα έχει πλέξει
θα έχει πλεγμένο
θα έχουν πλέξει
θα έχουν πλεγμένο
θα έχει πλεχτεί
θα είναι πλεγμένος, -η, -ο
θα έχουν πλεχτεί
θα είναι πλεγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πλέκωνα πλέκουμε, να πλέκομενα πλέκομαινα πλεκόμαστε
να πλέκειςνα πλέκετενα πλέκεσαινα πλέκεστε, να πλεκόσαστε
να πλέκεινα πλέκουν(ε)να πλέκεταινα πλέκονται
Aoristνα πλέξωνα πλέξουμε, να πλέξομενα πλεχτώνα πλεχτούμε
να πλέξειςνα πλέξετενα πλεχτείςνα πλεχτείτε
να πλέξεινα πλέξουν(ε)να πλεχτείνα πλεχτούν(ε)
Perfνα έχω πλέξει
να έχω πλεγμένο
να έχουμε πλέξει
να έχουμε πλεγμένο
να έχω πλεχτεί
να είμαι πλεγμένος, -η
να έχουμε πλεχτεί
να είμαστε πλεγμένοι, -ες
να έχεις πλέξει
να έχεις πλεγμένο
να έχετε πλέξει
να έχετε πλεγμένο
να έχεις πλεχτεί
να είσαι πλεγμένος, -η
να έχετε πλεχτεί
να είστε πλεγμένοι, -ες
να έχει πλέξει
να έχει πλεγμένο
να έχουν πλέξει
να έχουν πλεγμένο
να έχει πλεχτεί
να είναι πλεγμένος, -η, -ο
να έχουν πλεχτεί
να είναι πλεγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπλέκεπλέκετεπλέκεστε
Aoristπλέξεπλέξτε, πλέχτεπλέξουπλεχτείτε
Part
izip
Presπλέκοντας
Perfέχοντας πλέξει, έχοντας πλεγμένοπλεγμένος, -η, -οπλεγμένοι, -ες, -α
InfinAoristπλέξειπλεχτεί



Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συνωμοτώσυνωμοτούμε
συνωμοτείςσυνωμοτείτε
συνωμοτείσυνωμοτούν(ε)
Imper
fekt
συνωμοτούσασυνωμοτούσαμε
συνωμοτούσεςσυνωμοτούσατε
συνωμοτούσεσυνωμοτούσαν(ε)
Aoristσυνωμότησασυνωμοτήσαμε
συνωμότησεςσυνωμοτήσατε
συνωμότησεσυνωμότησαν, συνωμοτήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω συνωμοτήσειέχουμε συνωμοτήσει
έχεις συνωμοτήσειέχετε συνωμοτήσει
έχει συνωμοτήσειέχουν συνωμοτήσει
Plu
perf
ekt
είχα συνωμοτήσειείχαμε συνωμοτήσει
είχες συνωμοτήσειείχατε συνωμοτήσει
είχε συνωμοτήσειείχαν συνωμοτήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συνωμοτώθα συνωμοτούμε
θα συνωμοτείςθα συνωμοτείτε
θα συνωμοτείθα συνωμοτούν(ε)
Fut
ur
θα συνωμοτήσωθα συνωμοτήσουμε
θα συνωμοτήσειςθα συνωμοτήσετε
θα συνωμοτήσειθα συνωμοτήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συνωμοτήσειθα έχουμε συνωμοτήσει
θα έχεις συνωμοτήσειθα έχετε συνωμοτήσει
θα έχει συνωμοτήσειθα έχουν συνωμοτήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συνωμοτώνα συνωμοτούμε
να συνωμοτείςνα συνωμοτείτε
να συνωμοτείνα συνωμοτούν(ε)
Aoristνα συνωμοτήσωνα συνωμοτήσουμε, να συνωμοτήσομε
να συνωμοτήσειςνα συνωμοτήσετε
να συνωμοτήσεινα συνωμοτήσουν(ε)
Perfνα έχω συνωμοτήσεινα έχουμε συνωμοτήσει
να έχεις συνωμοτήσεινα έχετε συνωμοτήσει
να έχει συνωμοτήσεινα έχουν συνωμοτήσει
Imper
ativ
Presσυνωμοτείτε
Aoristσυνωμότησεσυνωμοτήστε, συνωμοτήσετε
Part
izip
Presσυνωμοτώντας
Perfέχοντας συνωμοτήσει
InfinAoristσυνωμοτήσει

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback