συνωμοτώ  Verb  [sinomoto, synwmotw]

Ähnliche Bedeutung wie συνωμοτώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze schmieden

... Man muss das Eisen schmieden solange es heiß ist. ...

... Pläne schmieden ist oft leichter, als sie auszuführen. ...

... Nimm auch diesen guten Stein! Auf dem wirst du gut schmieden können. Auf ihm wirst du krumme Nägel richten. ...

Quelle: sigfrido, Pfirsichbaeumchen, al_ex_an_der

Grammatik


ΣΥΝΩΜΟΤΩ
I conspire
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συνωμοτώσυνωμοτούμε
συνωμοτείςσυνωμοτείτε
συνωμοτείσυνωμοτούν(ε)
Imper
fekt
συνωμοτούσασυνωμοτούσαμε
συνωμοτούσεςσυνωμοτούσατε
συνωμοτούσεσυνωμοτούσαν(ε)
Aoristσυνωμότησασυνωμοτήσαμε
συνωμότησεςσυνωμοτήσατε
συνωμότησεσυνωμότησαν, συνωμοτήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω συνωμοτήσειέχουμε συνωμοτήσει
έχεις συνωμοτήσειέχετε συνωμοτήσει
έχει συνωμοτήσειέχουν συνωμοτήσει
Plu
perf
ekt
είχα συνωμοτήσειείχαμε συνωμοτήσει
είχες συνωμοτήσειείχατε συνωμοτήσει
είχε συνωμοτήσειείχαν συνωμοτήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συνωμοτώθα συνωμοτούμε
θα συνωμοτείςθα συνωμοτείτε
θα συνωμοτείθα συνωμοτούν(ε)
Fut
ur
θα συνωμοτήσωθα συνωμοτήσουμε
θα συνωμοτήσειςθα συνωμοτήσετε
θα συνωμοτήσειθα συνωμοτήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συνωμοτήσειθα έχουμε συνωμοτήσει
θα έχεις συνωμοτήσειθα έχετε συνωμοτήσει
θα έχει συνωμοτήσειθα έχουν συνωμοτήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συνωμοτώνα συνωμοτούμε
να συνωμοτείςνα συνωμοτείτε
να συνωμοτείνα συνωμοτούν(ε)
Aoristνα συνωμοτήσωνα συνωμοτήσουμε, να συνωμοτήσομε
να συνωμοτήσειςνα συνωμοτήσετε
να συνωμοτήσεινα συνωμοτήσουν(ε)
Perfνα έχω συνωμοτήσεινα έχουμε συνωμοτήσει
να έχεις συνωμοτήσεινα έχετε συνωμοτήσει
να έχει συνωμοτήσεινα έχουν συνωμοτήσει
Imper
ativ
Presσυνωμοτείτε
Aoristσυνωμότησεσυνωμοτήστε, συνωμοτήσετε
Part
izip
Presσυνωμοτώντας
Perfέχοντας συνωμοτήσει
InfinAoristσυνωμοτήσει




Griechische Definition zu συνωμοτώ

συνωμοτώ [sinomotó] .9α : 1.οργανώνω συνωμοσία ή μετέχω σε συνωμοσία: α. για να αφαιρέσω την εξουσία από κάποιο πρόσωπο ή για να καταλύσω κπ. θεσμό. β. για να προξενήσω βλάβη σε κάποιο πρόσωπο. || (έκφρ.) κτ. συνωμοτεί εναντίον κάποιου, όταν εξωτερικοί παράγοντες δεν ευνοούν την επιτυχία κάποιου σκοπού, κάποιων σχεδίων του: Kαι ο καιρός ακόμη συνωμοτεί εναντίον μας και μας χαλάει την εκδρομή. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συνωμοτώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15