πλέκω  Verb  [pleko, plekw]

Ähnliche Bedeutung wie πλέκω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze πλέκω

... έντομα ή εξάποδα είναι τα μόνα αρθρόποδα που φέρουν φτερά) Πολλές αράχνες πλέκουν ιστό, όπου παγιδεύουν έντομα, τα οποία αποτελούν την κύρια τροφή τους. ...

... στιγμή που έκοβε άνθη, οι γυναίκες συνήθιζαν να συλλέγουν άνθη και να πλέκουν με αυτά στεφάνια τα οποία και φορούσαν, θεωρώντας ότι θα ήταν αισχρό να ...

... κανείς, μονάχα ο Δίας» («ἐλεύθερος γὰρ οὔτις ἐστὶ πλὴν Διός»). Αλλά δεν του πλέκει το εγκώμιο, αφού λέει, επίσης, πως ο Δίας είναι και πιο «πανούργος» από ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze knüpfen

... Wenn du mit ihm Kontakt knüpfen willst , ist der heutige Tag am besten geeignet. ...

... Ein schönes Herz hat bald sich heimgefunden, es schafft sich selbst, still wirkend, seine Welt. Und wie der Baum sich in die Erde schlingt mit seiner Wurzeln Kraft und fest sich kettet, so rankt das Edle sich, das Treffliche, mit seinen Taten an das Leben an. Schnell knüpfen sich der Liebe zarte Bande, Wo man beglückt, ist man im Vaterlande. ...

... Die Erzählung stellt eine Gruppe von vier Freunden dar. Jeder ist das Gegenteil eines jedes anderen, und dennoch knüpfen sie untereinander tiefgehende Bindungen. ...

Quelle: al_ex_an_der, Pfirsichbaeumchen, al_ex_an_der

Grammatik


ΠΛΕΚΩ
I knit
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πλέκωπλέκουμε, πλέκομεπλέκομαιπλεκόμαστε
πλέκειςπλέκετεπλέκεσαιπλέκεστε, πλεκόσαστε
πλέκειπλέκουν(ε)πλέκεταιπλέκονται
Imper
fekt
έπλεκαπλέκαμεπλεκόμουν(α)πλεκόμαστε, πλεκόμασταν
έπλεκεςπλέκατεπλεκόσουν(α)πλεκόσαστε, πλεκόσασταν
έπλεκεέπλεκαν, πλέκαν(ε)πλεκόταν(ε)πλέκονταν, πλεκόντανε, πλεκόντουσαν
Aoristέπλεξαπλέξαμεπλέχτηκαπλεχτήκαμε
έπλεξεςπλέξατεπλέχτηκεςπλεχτήκατε
έπλεξεέπλεξαν, πλέξαν(ε)πλέχτηκεπλέχτηκαν, πλεχτήκαν(ε)
Per
fect
έχω πλέξει
έχω πλεγμένο
έχουμε πλέξει
έχουμε πλεγμένο
έχω πλεχτεί
είμαι πλεγμένος, -η
έχουμε πλεχτεί
είμαστε πλεγμένοι, -ες
έχεις πλέξει
έχεις πλεγμένο
έχετε πλέξει
έχετε πλεγμένο
έχεις πλεχτεί
είσαι πλεγμένος, -η
έχετε πλεχτεί
είστε πλεγμένοι, -ες
έχει πλέξει
έχει πλεγμένο
έχουν πλέξει
έχουν πλεγμένο
έχει πλεχτεί
είναι πλεγμένος, -η, -ο
έχουν πλεχτεί
είναι πλεγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα πλέξει
είχα πλεγμένο
είχαμε πλέξει
είχαμε πλεγμένο
είχα πλεχτεί
ήμουν πλεγμένος, -η
είχαμε πλεχτεί
ήμαστε πλεγμένοι, -ες
είχες πλέξει
είχες πλεγμένο
είχατε πλέξει
είχατε πλεγμένο
είχες πλεχτεί
ήσουν πλεγμένος, -η
είχατε πλεχτεί
ήσαστε πλεγμένοι, -ες
είχε πλέξει
είχε πλεγμένο
είχαν πλέξει
είχαν πλεγμένο
είχε πλεχτεί
ήταν πλεγμένος, -η, -ο
είχαν πλεχτεί
ήταν πλεγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πλέκωθα πλέκουμε, θα πλέκομεθα πλέκομαιθα πλεκόμαστε
θα πλέκειςθα πλέκετεθα πλέκεσαιθα πλέκεστε, θα πλεκόσαστε
θα πλέκειθα πλέκουν(ε)θα πλέκεταιθα πλέκονται
Fut
ur
θα πλέξωθα πλέξουμε, θα πλέξομεθα πλεχτώθα πλεχτούμε
θα πλέξειςθα πλέξετεθα πλεχτείςθα πλεχτείτε
θα πλέξειθα πλέξουν(ε)θα πλεχτείθα πλεχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πλέξει
θα έχω πλεγμένο
θα έχουμε πλέξει
θα έχουμε πλεγμένο
θα έχω πλεχτεί
θα είμαι πλεγμένος, -η
θα έχουμε πλεχτεί
θα είμαστε πλεγμένοι, -ες
θα έχεις πλέξει
θα έχεις πλεγμένο
θα έχετε πλέξει
θα έχετε πλεγμένο
θα έχεις πλεχτεί
θα είσαι πλεγμένος, -η
θα έχετε πλεχτεί
θα είστε πλεγμένοι, -ες
θα έχει πλέξει
θα έχει πλεγμένο
θα έχουν πλέξει
θα έχουν πλεγμένο
θα έχει πλεχτεί
θα είναι πλεγμένος, -η, -ο
θα έχουν πλεχτεί
θα είναι πλεγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πλέκωνα πλέκουμε, να πλέκομενα πλέκομαινα πλεκόμαστε
να πλέκειςνα πλέκετενα πλέκεσαινα πλέκεστε, να πλεκόσαστε
να πλέκεινα πλέκουν(ε)να πλέκεταινα πλέκονται
Aoristνα πλέξωνα πλέξουμε, να πλέξομενα πλεχτώνα πλεχτούμε
να πλέξειςνα πλέξετενα πλεχτείςνα πλεχτείτε
να πλέξεινα πλέξουν(ε)να πλεχτείνα πλεχτούν(ε)
Perfνα έχω πλέξει
να έχω πλεγμένο
να έχουμε πλέξει
να έχουμε πλεγμένο
να έχω πλεχτεί
να είμαι πλεγμένος, -η
να έχουμε πλεχτεί
να είμαστε πλεγμένοι, -ες
να έχεις πλέξει
να έχεις πλεγμένο
να έχετε πλέξει
να έχετε πλεγμένο
να έχεις πλεχτεί
να είσαι πλεγμένος, -η
να έχετε πλεχτεί
να είστε πλεγμένοι, -ες
να έχει πλέξει
να έχει πλεγμένο
να έχουν πλέξει
να έχουν πλεγμένο
να έχει πλεχτεί
να είναι πλεγμένος, -η, -ο
να έχουν πλεχτεί
να είναι πλεγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπλέκεπλέκετεπλέκεστε
Aoristπλέξεπλέξτε, πλέχτεπλέξουπλεχτείτε
Part
izip
Presπλέκοντας
Perfέχοντας πλέξει, έχοντας πλεγμένοπλεγμένος, -η, -οπλεγμένοι, -ες, -α
InfinAoristπλέξειπλεχτεί












Griechische Definition zu πλέκω

πλέκω [pléko] -ομαι : 1. περνώ με κατάλληλο τρόπο ένα νήμα, ένα σκοινί (ή άλλο ευλύγιστο υλικό) μέσα σε ένα άλλο ή τα συστρέφω και τα συνάπτω έτσι ώστε να κατασκευάσω κτ.: πλέκω ένα καλάθι με καλάμια / ένα πουλόβερ με μαλλί / ένα στεφάνι με λουλούδια. Ξέρει / μαθαίνει να πλέκει. Έπλεξε τα μαλλιά της κοτσίδες. H μπλούζα είναι πλεγμένη στο χέρι / στη μηχανή. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu πλέκω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15