εξηγώ  Verb  [eksigo, eksiro, ekshgw]

Ähnliche Bedeutung wie εξηγώ


Beispielsätze εξηγώ

... των Δωριέων, που έπλασαν οι Έλληνες της πρώτης χιλιετίας Π.Κ.Χ. για να εξηγήσουν την καταγωγή τους, δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί αρχαιολογικά. Στα μέσα της ...

... προκαλούσε προβλήματα στη διδασκαλία. Επί παραδείγματι, ήταν δύσκολο να εξηγηθεί η ιωτακιστική ποικιλία των γραφημάτων ι, η, υ, οι, ει, υι και επίσης η ...

... ψυχολόγους και κοινωνιολόγους της μεταπολεμικής περιόδου που προσπάθησαν να εξηγήσουν γιατί οι άνθρωποι υπάκουσαν σε ανήθικες διαταγές κατά τη διάρκεια του ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze deuten

... Die Sachverhalte deuten an, dass die optimale Dauer einer Vorlesung 30 statt 60 Minuten wäre. ...

... Wie deuten Sie diesen Vers? ...

... Ich weiß nicht, wie ich seine Worte deuten soll. ...

Quelle: MUIRIEL, Sudajaengi, Sudajaengi

Grammatik


ΕΞΗΓΩ
I explain
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εξηγώεξηγούμεεξηγούμαιεξηγούμαστε
εξηγείςεξηγείτεεξηγείσαιεξηγείστε
εξηγείεξηγούν(ε)εξηγείταιεξηγούνται
Imper
fekt
εξηγούσαεξηγούσαμεεξηγούμουνεξηγούμαστε
εξηγούσεςεξηγούσατε
εξηγούσεεξηγούσαν(ε)εξηγούνταν, εξηγείτοεξηγούνταν, εξηγούντο
Aoristεξήγησαεξηγήσαμεεξηγήθηκαεξηγηθήκαμε
εξήγησεςεξηγήσατεεξηγήθηκεςεξηγηθήκατε
εξήγησεεξήγησαν, εξηγήσαν(ε)εξηγήθηκεεξηγήθηκαν, εξηγηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω εξηγήσει
έχω εξηγημένο
έχουμε εξηγήσει
έχουμε εξηγημένο
έχω εξηγηθεί
είμαι εξηγημένος, -η
έχουμε εξηγηθεί
είμαστε εξηγημένοι, -ες
έχεις εξηγήσει
έχεις εξηγημένο
έχετε εξηγήσει
έχετε εξηγημένο
έχεις εξηγηθεί
είσαι εξηγημένος, -η
έχετε εξηγηθεί
είστε εξηγημένοι, -ες
έχει εξηγήσει
έχει εξηγημένο
έχουν εξηγήσει
έχουν εξηγημένο
έχει εξηγηθεί
είναι εξηγημένος, -η, -ο
έχουν εξηγηθεί
είναι εξηγημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα εξηγήσει
είχα εξηγημένο
είχαμε εξηγήσει
είχαμε εξηγημένο
είχα εξηγηθεί
ήμουν εξηγημένος, -η
είχαμε εξηγηθεί
ήμαστε εξηγημένοι, -ες
είχες εξηγήσει
είχες εξηγημένο
είχατε εξηγήσει
είχατε εξηγημένο
είχες εξηγηθεί
ήσουν εξηγημένος, -η
είχατε εξηγηθεί
ήσαστε εξηγημένοι, -ες
είχε εξηγήσει
είχε εξηγημένο
είχαν εξηγήσει
είχαν εξηγημένο
είχε εξηγηθεί
ήταν εξηγημένος, -η, -ο
είχαν εξηγηθεί
ήταν εξηγημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εξηγώθα εξηγούμεθα εξηγούμαιθα εξηγούμαστε
θα εξηγείςθα εξηγείτεθα εξηγείσαιθα εξηγείστε
θα εξηγείθα εξηγούν(ε)θα εξηγείταιθα εξηγούνται
Fut
ur
θα εξηγήσωθα εξηγήσουμεθα εξηγηθώθα εξηγηθούμε
θα εξηγήσειςθα εξηγήσετεθα εξηγηθείςθα εξηγηθείτε
θα εξηγήσειθα εξηγήσουν(ε)θα εξηγηθείθα εξηγηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εξηγήσει
θα έχω εξηγημένο
θα έχουμε εξηγήσει
θα έχουμε εξηγημένο
θα έχω εξηγηθεί
θα είμαι εξηγημένος, -η
θα έχουμε εξηγηθεί
θα είμαστε εξηγημένοι, -ες
θα έχεις εξηγήσει
θα έχεις εξηγημένο
θα έχετε εξηγήσει
θα έχετε εξηγημένο
θα έχεις εξηγηθεί
θα είσαι εξηγημένος, -η
θα έχετε εξηγηθεί
θα είστε εξηγημένοι, -η
θα έχει εξηγήσει
θα έχει εξηγημένο
θα έχουν εξηγήσει
θα έχουν εξηγημένο
θα έχει εξηγηθεί
θα είναι εξηγημένος, -η, -ο
θα έχουν εξηγηθεί
θα είναι εξηγημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εξηγώνα εξηγούμενα εξηγούμαινα εξηγούμαστε
να εξηγείςνα εξηγείτενα εξηγείσαινα εξηγείστε
να εξηγείνα εξηγούν(ε)να εξηγείταινα εξηγούνται
Aoristνα εξηγήσωνα εξηγήσουμε, να εξηγήσομενα εξηγηθώνα εξηγηθούμε
να εξηγήσειςνα εξηγήσετενα εξηγηθείςνα εξηγηθείτε
να εξηγήσεινα εξηγήσουν(ε)να εξηγηθείνα εξηγηθούν(ε)
Perfνα έχω εξηγήσει
να έχω εξηγημένο
να έχουμε εξηγήσει
να έχουμε εξηγημένο
να έχω εξηγηθεί
να είμαι εξηγημένος, -η
να έχουμε εξηγηθεί
να είμαστε εξηγημένοι, -ες
να έχεις εξηγήσει
να έχεις εξηγημένο
να έχετε εξηγήσει
να έχετε εξηγημένο
να έχεις εξηγηθεί
να είσαι εξηγημένος, -η
να έχετε εξηγηθεί
να είστε εξηγημένοι, -ες
να έχει εξηγήσει
να έχει εξηγημένο
να έχουν εξηγήσει
να έχουν εξηγημένο
να έχει εξηγηθεί
να είναι εξηγημένος, -η, -ο
να έχουν εξηγηθεί
να είναι εξηγημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presεξηγείτεεξηγείστε
Aoristεξήγησεεξηγήστε, εξηγήσετεεξηγήσουεξηγηθείτε
Part
izip
Presεξηγώντας
Perfέχοντας εξηγήσει, έχοντας εξηγημένοεξηγημένος, -η, -οεξηγημένοι, -ες, -α
InfinAoristεξηγήσειεξηγηθεί










Griechische Definition zu εξηγώ

εξηγώ [eksiγó] -ούμαι : 1α.περιγράφω, αναλύω λεπτομερώς κτ. έτσι ώστε αυτό να γίνει κατανοητό: Nα μας εξηγήσεις τι εννοείς. Mπορείς να μου εξηγήσεις τι σημαίνει η λέξη οικολογία; Εξήγησέ μου πώς λειτουργεί αυτό το μηχάνημα. β. (και παθ.) δίνω πληροφορίες, ιδίως δικαιολογίες, σχετικά με τη συμπεριφορά ή τις προθέσεις μου: Nα μου εξηγήσεις γιατί άργησες. Εξηγήσου τώρα αμέσως. Εξηγούμαι, δίνω τις απαραίτητες εξηγήσεις, ώστε να αποφύγω τη ρήξη με κπ.: Εξηγούμαι για να μην παρεξηγούμαι. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εξηγώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15