διαγράφω  Verb  [diagrafo, diarrafo, thiagrafo, diagrafw]

Ähnliche Bedeutung wie διαγράφω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze διαγράφω

... Η εκλειπτική είναι η νοητή γραμμή που διαγράφει ο Ήλιος στην ουράνια σφαίρα, καθώς αυτός αλλάζει θέση στον ουρανό κατά τη διάρκεια ενός έτους. Ο ίδιος ...

... Το Απόλυτη Διαγραφή (πρωτότυπος τίτλος: Eraser) είναι μία αμερικανική θρίλερ ταινία δράσης, του 1996, σε σκηνοθεσία Τσακ Ράσελ. Το σενάριο γράφτηκε από ...

... δε θα δεχόταν τις δικές της παρεμβάσεις στη διοίκησή του, απείλησε με διαγραφή τα μέλη του. Αυτή η συμπεριφορά τελικά οδήγησε τον Μάιο του 1986 στην ίδρυση ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΔΙΑΓΡΑΦΩ
I erase
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διαγράφωδιαγράφουμε, διαγράφομεδιαγράφομαιδιαγραφόμαστε
διαγράφειςδιαγράφετεδιαγράφεσαιδιαγράφεστε, διαγραφόσαστε
διαγράφειδιαγράφουν(ε)διαγράφεταιδιαγράφονται
Imper
fekt
διέγραφαδιαγράφαμεδιαγραφόμουν(α)διαγραφόμαστε, διαγραφόμασταν
διέγραφεςδιαγράφατεδιαγραφόσουν(α)διαγραφόσαστε, διαγραφόσασταν
διέγραφεδιέγραφαν, διαγράφαν(ε)διαγραφόταν(ε)διαγράφονταν, διαγραφόντανε, διαγραφόντουσαν
Aoristδιέγραψαδιαγράψαμεδιαγράφτηκα, διαγράφηκαδιαγραφτήκαμε, διαγραφήκαμε
διέγραψεςδιαγράψατεδιαγράφτηκες, διαγράφηκεςδιαγραφτήκατε, διαγραφήκατε
διέγραψεδιέγραψαν, διαγράψαν(ε)διαγράφτηκε, διαγράφηκεδιαγράφτηκαν, διαγραφτήκαν(ε), διαγράφηκαν, διαγραφήκαν(ε)
Per
fect
έχω διαγράψει
έχω διαγραμμένο
έχουμε διαγράψει
έχουμε διαγραμμένο
έχω διαγραφτεί
έχω διαγραφεί
είμαι διαγραμμένος, -η
έχουμε διαγραφτεί
έχουμε διαγραφεί
είμαστε διαγραμμένοι, -ες
έχεις διαγράψει
έχεις διαγραμμένο
έχετε διαγράψει
έχετε διαγραμμένο
έχεις διαγραφτεί
έχεις διαγραφεί
είσαι διαγραμμένος, -η
έχετε διαγραφτεί
έχετε διαγραφεί
είστε διαγραμμένοι, -ες
έχει διαγράψει
έχει διαγραμμένο
έχουν διαγράψει
έχουν διαγραμμένο
έχει διαγραφτεί
έχει διαγραφεί
είναι διαγραμμένος, -η, -ο
έχουν διαγραφτεί
έχουν διαγραφεί
είναι διαγραμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα διαγράψει
είχα διαγραμμένο
είχαμε διαγράψει
είχαμε διαγραμμένο
είχα διαγραφτεί
είχα διαγραφεί
ήμουν διαγραμμένος, -η
είχαμε διαγραφτεί
είχαμε διαγραφεί
ήμαστε διαγραμμένοι, -ες
είχες διαγράψει
είχες διαγραμμένο
είχατε διαγράψει
είχατε διαγραμμένο
είχες διαγραφτεί
είχες διαγραφεί
ήσουν διαγραμμένος, -η
είχατε διαγραφτεί
είχατε διαγραφεί
ήσαστε διαγραμμένοι, -ες
είχε διαγράψει
είχε διαγραμμένο
είχαν διαγράψει
είχαν διαγραμμένο
είχε διαγραφτεί
είχε διαγραφεί
ήταν διαγραμμένος, -η, -ο
είχαν διαγραφτεί
είχαν διαγραφεί
ήταν διαγραμμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διαγράφωθα διαγράφουμε, θα διαγράφομεθα διαγράφομαιθα διαγραφόμαστε
θα διαγράφειςθα διαγράφετεθα διαγράφεσαιθα διαγράφεστε, θα διαγραφόσαστε
θα διαγράφειθα διαγράφουν(ε)θα διαγράφεταιθα διαγράφονται
Fut
ur
θα διαγράψωθα διαγράψουμε, θα διαγράψομεθα διαγραφτώ, θα διαγραφώθα διαγραφτούμε, θα διαγραφούμε
θα διαγράψειςθα διαγράψετεθα διαγραφτείς, θα διαγραφείςθα διαγραφτείτε, θα διαγραφείτε
θα διαγράψειθα διαγράψουν(ε)θα διαγραφτεί, θα διαγραφείθα διαγραφτούν(ε), θα διαγραφούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διαγράψει
θα έχω διαγραμμένο
θα έχουμε διαγράψει
θα έχουμε διαγραμμένο
θα έχω διαγραφτεί
θα έχω διαγραφεί
θα είμαι διαγραμμένος, -η
θα έχουμε διαγραφτεί
θα έχουμε διαγραφεί
θα είμαστε διαγραμμένοι, -ες
θα έχεις διαγράψει
θα έχεις διαγραμμένο
θα έχετε διαγράψει
θα έχετε διαγραμμένο
θα έχεις διαγραφτεί
θα έχεις διαγραφεί
θα είσαι διαγραμμένος, -η
θα έχετε διαγραφτεί
θα έχετε διαγραφεί
θα είστε διαγραμμένοι, -ες
θα έχει διαγράψει
θα έχει διαγραμμένο
θα έχουν διαγράψει
θα έχουν διαγραμμένο
θα έχει διαγραφτεί
θα έχει διαγραφεί
θα είναι διαγραμμένος, -η, -ο
θα έχουν διαγραφτεί
θα έχουν διαγραφεί
θα είναι διαγραμμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διαγράφωνα διαγράφουμε, να διαγράφομενα διαγράφομαινα διαγραφόμαστε
να διαγράφειςνα διαγράφετενα διαγράφεσαινα διαγράφεστε, να διαγραφόσαστε
να διαγράφεινα διαγράφουν(ε)να διαγράφεταινα διαγράφονται
Aoristνα διαγράψωνα διαγράψουμε, να διαγράψομενα διαγραφτώ, να διαγραφώνα διαγραφτούμε, να διαγραφούμε
να διαγράψειςνα διαγράψετενα διαγραφτείς, να διαγραφείςνα διαγραφτείτε, να διαγραφείτε
να διαγράψεινα διαγράψουν(ε)να διαγραφτεί, να διαγραφείνα διαγραφτούν(ε), να διαγραφούν(ε)
Perfνα έχω διαγράψει
να έχω διαγραμμένο
να έχουμε διαγράψει
να έχουμε διαγραμμένο
να έχω διαγραφτεί
να έχω διαγραφεί
να είμαι διαγραμμένος, -η
να έχουμε διαγραφτεί
να έχουμε διαγραφεί
να είμαστε διαγραμμένοι, -ες
να έχεις διαγράψει
να έχεις διαγραμμένο
να έχετε διαγράψει
να έχετε διαγραμμένο
να έχεις διαγραφτεί
να έχεις διαγραφεί
να είσαι διαγραμμένος, -η
να έχετε διαγραφτεί
να έχετε διαγραφεί
να είστε διαγραμμένοι, -ες
να έχει διαγράψει
να έχει διαγραμμένο
να έχουν διαγράψει
να έχουν διαγραμμένο
να έχει διαγραφτεί
να έχει διαγραφεί
να είναι διαγραμμένος, -η, -ο
να έχουν διαγραφτεί
να έχουν διαγραφεί
να είναι διαγραμμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδιέγραφεδιαγράφετεδιαγράφεστε
Aoristδιέγραψεδιαγράψτε, διαγράφτεδιαγράψουδιαγραφτείτε, διαγραφείτε
Part
izip
Presδιαγράφονταςδιαγραφόμενος
Perfέχοντας διαγράψει, έχοντας διαγραμμένοδιαγραμμένος, -η, -οδιαγραμμένοι, -ες, -α
InfinAoristδιαγράψειδιαγραφτεί, διαγραφεί












Griechische Definition zu διαγράφω

διαγράφω [δiaγráfo] -ομαι Ρ αόρ. διέγραψα, απαρέμφ. διαγράψει, παθ. αόρ. διαγράφηκα και διαγράφτηκα, απαρέμφ. διαγραφεί και διαγραφτεί, μππ. διαγραμμένος : I1. με κατάλληλες ενέργειες σβήνω, απαλείφω κτ. γραμμένο και ιδίως ακυρώνω τμήματα ενός γραπτού κειμένου χρησιμοποιώντας ειδικά σημάδια (γραμμές, X κ.ά.): Διέγραψε την τελευταία παράγραφο του κειμένου του. Διαγράφονται τρεις λέξεις. Διέγραψε με ένα χι (X) όλη τη σελίδα. || Διαγράφεται, ειδική ένδειξη χαραγμένη συνήθ. πάνω σε σφραγίδα με την οποία ακυρώνεται κτ. (π.χ. χαρτόσημο κ.ά.) για να μην ξαναχρησιμοποιηθεί. || (επέκτ.) καταργώ κτ., το κάνω να μην ισχύει πια: διαγράφω τα χρέη / την ποινή κάποιου. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διαγράφω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15