διαβάζω  Verb  [diavazo, thiavazo, diabazw]


Beispielsätze διαβάζω

... Μου αρέσει να διαβάζω βιβλία. ...

... Βρίσκω την τηλεόραση πολύ εκπαιδευτική. Όποτε κάποιος την ανοίγει πάω στο διπλανό δωμάτιο και διαβάζω ένα βιβλίο. ...

... Μου αρέσει να διαβάζω στο φως τη μέρας. ...

Quelle: mululatv, mululatv, glavkos


Beispielsätze ich lese

... Dieses Buch ist mein Glücksbringer, ich lese es alle fünf Monate. ...

... Es ist ein großer Unterschied, ob ich lese zu Genuss und Belebung oder zur Erkenntnis und Belehrung. ...

... Ich habe vor einigen Jahren schon aufgehört, Zeitungen im Papierformat zu kaufen; ich lese sie nur noch elektronisch. ...

Quelle: Manfredo, al_ex_an_der, Vortarulo

Grammatik


ΔΙΑΒΑΖΩ
I read
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διαβάζωδιαβάζουμε, διαβάζομεδιαβάζομαιδιαβαζόμαστε
διαβάζειςδιαβάζετεδιαβάζεσαιδιαβάζεστε, διαβαζόσαστε
διαβάζειδιαβάζουν(ε)διαβάζεταιδιαβάζονται
Imper
fekt
διάβαζαδιαβάζαμεδιαβαζόμουν(α)διαβαζόμαστε, διαβαζόμασταν
διάβαζεςδιαβάζατεδιαβαζόσουν(α)διαβαζόσαστε, διαβαζόσασταν
διάβαζεδιάβαζαν, διαβάζαν(ε)διαβαζόταν(ε)διαβάζονταν, διαβαζόντανε, διαβαζόντουσαν
Aoristδιάβασαδιαβάσαμεδιαβάστηκαδιαβαστήκαμε
διάβασεςδιαβάσατεδιαβάστηκεςδιαβαστήκατε
διάβασεδιάβασαν, διαβάσαν(ε)διαβάστηκεδιαβάστηκαν, διαβαστήκαν(ε)
Per
fect
έχω διαβάσει
έχω διαβασμένο
έχουμε διαβάσει
έχουμε διαβασμένο
έχω διαβαστεί
είμαι διαβασμένος, -η
έχουμε διαβαστεί
είμαστε διαβασμένοι, -ες
έχεις διαβάσει
έχεις διαβασμένο
έχετε διαβάσει
έχετε διαβασμένο
έχεις διαβαστεί
είσαι διαβασμένος, -η
έχετε διαβαστεί
είστε διαβασμένοι, -ες
έχει διαβάσει
έχει διαβασμένο
έχουν διαβάσει
έχουν διαβασμένο
έχει διαβαστεί
είναι διαβασμένος, -η, -ο
έχουν διαβαστεί
είναι διαβασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα διαβάσει
είχα διαβασμένο
είχαμε διαβάσει
είχαμε διαβασμένο
είχα διαβαστεί
ήμουν διαβασμένος, -η
είχαμε διαβαστεί
ήμαστε διαβασμένοι, -ες
είχες διαβάσει
είχες διαβασμένο
είχατε διαβάσει
είχατε διαβασμένο
είχες διαβαστεί
ήσουν διαβασμένος, -η
είχατε διαβαστεί
ήσαστε διαβασμένοι, -ες
είχε διαβάσει
είχε διαβασμένο
είχαν διαβάσει
είχαν διαβασμένο
είχε διαβαστεί
ήταν διαβασμένος, -η, -ο
είχαν διαβαστεί
ήταν διαβασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διαβάζωθα διαβάζουμε, θα διαβάζομεθα διαβάζομαιθα διαβαζόμαστε
θα διαβάζειςθα διαβάζετεθα διαβάζεσαιθα διαβάζεστε, θα διαβαζόσαστε
θα διαβάζειθα διαβάζουν(ε)θα διαβάζεταιθα διαβάζονται
Fut
ur
θα διαβάσωθα διαβάσουμε, θα διαβάσομεθα διαβαστώθα διαβαστούμε
θα διαβάσειςθα διαβάσετεθα διαβαστείςθα διαβαστείτε
θα διαβάσειθα διαβάσουν(ε)θα διαβαστείθα διαβαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διαβάσει
θα έχω διαβασμένο
θα έχουμε διαβάσει
θα έχουμε διαβασμένο
θα έχω διαβαστεί
θα είμαι διαβασμένος, -η
θα έχουμε διαβαστεί
θα είμαστε διαβασμένοι, -ες
θα έχεις διαβάσει
θα έχεις διαβασμένο
θα έχετε διαβάσει
θα έχετε διαβασμένο
θα έχεις διαβαστεί
θα είσαι διαβασμένος, -η
θα έχετε διαβαστεί
θα είστε διαβασμένοι, -ες
θα έχει διαβάσει
θα έχει διαβασμένο
θα έχουν διαβάσει
θα έχουν διαβασμένο
θα έχει διαβαστεί
θα είναι διαβασμένος, -η, -ο
θα έχουν διαβαστεί
θα είναι διαβασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διαβάζωνα διαβάζουμε, να διαβάζομενα διαβάζομαινα διαβαζόμαστε
να διαβάζειςνα διαβάζετενα διαβάζεσαινα διαβάζεστε, να διαβαζόσαστε
να διαβάζεινα διαβάζουν(ε)να διαβάζεταινα διαβάζονται
Aoristνα διαβάσωνα διαβάσουμε, να διαβάσομενα διαβαστώνα διαβαστούμε
να διαβάσειςνα διαβάσετενα διαβαστείςνα διαβαστείτε
να διαβάσεινα διαβάσουννα διαβαστείνα διαβαστούν(ε)
Perfνα έχω διαβάσει
να έχω διαβασμένο
να έχουμε διαβάσει
να έχουμε διαβασμένο
να έχω διαβαστεί
να είμαι διαβασμένος, -η
να έχουμε διαβαστεί
να είμαστε διαβασμένοι, -ες
να έχεις διαβάσει
να έχεις διαβασμένο
να έχετε διαβάσει
να έχετε διαβασμένο
να έχεις διαβαστεί
να είσαι διαβασμένος, -η
να έχετε διαβαστεί
να είστε διαβασμένοι, -ες
να έχει διαβάσει
να έχει διαβασμένο
να έχουν διαβάσει
να έχουν διαβασμένο
να έχει διαβαστεί
να είναι διαβασμένος, -η, -ο
να έχουν διαβαστεί
να είναι διαβασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδιάβαζεδιαβάζετεδιαβάζεστε
Aoristδιάβασεδιαβάστεδιαβάσουδιαβαστείτε
Part
izip
Presδιαβάζονταςδιαβαζόμενος
Perfέχοντας διαβάσει, έχοντας διαβασμένοδιαβασμένος, -η, -οδιαβασμένοι, -ες, -α
InfinAoristδιαβάσειδιαβαστεί



Person Wortform
Präsens ich lese
du liest
er, sie, es liest
Präteritum ich las
Konjunktiv II ich läse
Imperativ Singular lies!
Plural lest!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gelesen haben
Alle weiteren Formen: Flexion:lesen






Griechische Definition zu διαβάζω

διαβάζω [δjavázo] -ομαι μππ. διαβασμένος κυρίως στις σημ. I2, 3 : I1α. διατρέχω με τα μάτια ένα κείμενο αναγνωρίζοντας τα γραπτά σύμβολα που το συνθέτουν: διαβάζω τα γράμματα / τους αριθμούς. Δεν μπορεί να διαβάσει χωρίς γυαλιά. H επιστολή είναι κακογραμμένη και δε διαβάζεται. β. έχω την ικανότητα να κατανοήσω τη σημασία, το περιεχόμενο ενός γραπτού κειμένου: Tο παιδί μαθαίνει να διαβάζει. Ξέρει να διαβάζει και να γράφει. Διαβάζει αγγλικά αλλά δεν τα μιλάει. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διαβάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15