διαβάζω Verb  [diavazo, thiavazo, diabazw]

  Verb
(439)
  Verb
(33)
  Verb
(5)
  Verb
(2)

Etymologie zu διαβάζω

διαβάζω διαβιβάζω


GriechischDeutsch
Ονειρεύομαι την ημέρα όπου θα μπορώ να κατεβαίνω από το τρένο στο Παρίσι και να διαβάζω μια πινακίδα που θα αναγράφει: " " Centrica -την οποία ακόμη δεν έχουν αναλάβει Ρώσοι παρέχει ηλεκτρική ενέργεια σε εκατομμύρια Παριζιάνους".Ich träume von dem Tag, an dem ich in Paris aus dem Zug steigen und auf einem Reklameschild lesen kann: 'Centrica noch immer nicht in der Hand der Russen gibt Millionen von Parisern Energie.'

Übersetzung bestätigt

Ανησυχώ όταν διαβάζω ότι εκατοντάδες εκκλησίες εξαφανίζονται στη Γερμανία, όπως ανησυχώ όταν διαπιστώνω ότι στην Ιταλία γεννιούνται λίγα παιδιά· μου προκαλούν αποτροπιασμό οι αποφάσεις δικαστών που απαλλάσσουν άνδρες που κακοποιούν βάναυσα τις συζύγους τους εν ονόματι της θρησκείας τους· με ανησυχεί η εξάπλωση των ναρκωτικών μεταξύ των ευρωπαίων νέων.Es beunruhigt mich zu lesen, dass in Deutschland Hunderte von Kirchen verschwinden, und es erfüllt mich auch mit Sorge festzustellen, dass in Italien immer noch wenig Kinder geboren werden; ich bin entsetzt über die Urteile von Richtern, die Männer freisprechen, die ihre Frauen im Namen ihrer Religion brutal verprügelt haben; ich bin erschrocken über die Verbreitung von Drogen unter europäischen Jugendlichen.

Übersetzung bestätigt

Θα ήθελα να μελετήσει προσεκτικά ο Επίτροπος την τελευταία παράγραφο αυτής της επιστολής, από την οποία σας διαβάζω τώρα το εξής απόσπασμα: "Οι προσπάθειες να αποτραπεί η παγκόσμια κλιματική αλλαγή είναι τελικώς ανώφελες, και αποτελούν μια τραγική, λανθασμένη διάθεση πόρων που θα ήταν καλύτερο να δαπανηθούν για τα πραγματικά και κρίσιμα προβλήματα της ανθρωπότητας".Ich möchte den Herrn Kommissar bitten, den letzten Abschnitt dieses Briefes aufmerksam zu lesen, wo steht, dass Versuche, den globalen Klimawandel zu verhindern, letztendlich sinnlos sind und eine tragische falsche Zuweisung von Ressourcen darstellen, die besser für echte und dringliche Probleme der Menschheit ausgegeben werden sollten.

Übersetzung bestätigt

Όταν έλαβα την έκθεση, άρχιζα να την διαβάζω με μεγάλο ενθουσιασμό.Als ich den Bericht erhielt, begann ich ihn mit großem Enthusiasmus zu lesen.

Übersetzung bestätigt

Θεωρώ απαράδεκτο -ίσως όμως να κάνω λάθοςνα διαβάζω στις εφημερίδες ότι η Γαλλία επιθυμεί αυτό, ότι το "νωμένο Βασίλειο επιθυμεί εκείνο, ότι η κ. Merkel επιθυμεί κάτι άλλο.Ich halte es für inakzeptabel aber möglicherweise liege ich falsch -, in den Zeitungen zu lesen, dass Frankreich dies möchte, dass das Vereinigte Königreich jenes möchte, und dass Frau Merkel etwas anderes möchte.

Übersetzung bestätigt



Grammatik

Grammatik zu διαβάζω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διαβάζωδιαβάζουμε, διαβάζομεδιαβάζομαιδιαβαζόμαστε
διαβάζειςδιαβάζετεδιαβάζεσαιδιαβάζεστε, διαβαζόσαστε
διαβάζειδιαβάζουν(ε)διαβάζεταιδιαβάζονται
Imper
fekt
διάβαζαδιαβάζαμεδιαβαζόμουν(α)διαβαζόμαστε, διαβαζόμασταν
διάβαζεςδιαβάζατεδιαβαζόσουν(α)διαβαζόσαστε, διαβαζόσασταν
διάβαζεδιάβαζαν, διαβάζαν(ε)διαβαζόταν(ε)διαβάζονταν, διαβαζόντανε, διαβαζόντουσαν
Aoristδιάβασαδιαβάσαμεδιαβάστηκαδιαβαστήκαμε
διάβασεςδιαβάσατεδιαβάστηκεςδιαβαστήκατε
διάβασεδιάβασαν, διαβάσαν(ε)διαβάστηκεδιαβάστηκαν, διαβαστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω διαβάσει
έχω διαβασμένο
έχουμε διαβάσει
έχουμε διαβασμένο
έχω διαβαστεί
είμαι διαβασμένος, -η
έχουμε διαβαστεί
είμαστε διαβασμένοι, -ες
έχεις διαβάσει
έχεις διαβασμένο
έχετε διαβάσει
έχετε διαβασμένο
έχεις διαβαστεί
είσαι διαβασμένος, -η
έχετε διαβαστεί
είστε διαβασμένοι, -ες
έχει διαβάσει
έχει διαβασμένο
έχουν διαβάσει
έχουν διαβασμένο
έχει διαβαστεί
είναι διαβασμένος, -η, -ο
έχουν διαβαστεί
είναι διαβασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα διαβάσει
είχα διαβασμένο
είχαμε διαβάσει
είχαμε διαβασμένο
είχα διαβαστεί
ήμουν διαβασμένος, -η
είχαμε διαβαστεί
ήμαστε διαβασμένοι, -ες
είχες διαβάσει
είχες διαβασμένο
είχατε διαβάσει
είχατε διαβασμένο
είχες διαβαστεί
ήσουν διαβασμένος, -η
είχατε διαβαστεί
ήσαστε διαβασμένοι, -ες
είχε διαβάσει
είχε διαβασμένο
είχαν διαβάσει
είχαν διαβασμένο
είχε διαβαστεί
ήταν διαβασμένος, -η, -ο
είχαν διαβαστεί
ήταν διαβασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διαβάζωθα διαβάζουμε, θα διαβάζομεθα διαβάζομαιθα διαβαζόμαστε
θα διαβάζειςθα διαβάζετεθα διαβάζεσαιθα διαβάζεστε, θα διαβαζόσαστε
θα διαβάζειθα διαβάζουν(ε)θα διαβάζεταιθα διαβάζονται
Fut
ur
θα διαβάσωθα διαβάσουμε, θα διαβάσομεθα διαβαστώθα διαβαστούμε
θα διαβάσειςθα διαβάσετεθα διαβαστείςθα διαβαστείτε
θα διαβάσειθα διαβάσουν(ε)θα διαβαστείθα διαβαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διαβάσει
θα έχω διαβασμένο
θα έχουμε διαβάσει
θα έχουμε διαβασμένο
θα έχω διαβαστεί
θα είμαι διαβασμένος, -η
θα έχουμε διαβαστεί
θα είμαστε διαβασμένοι, -ες
θα έχεις διαβάσει
θα έχεις διαβασμένο
θα έχετε διαβάσει
θα έχετε διαβασμένο
θα έχεις διαβαστεί
θα είσαι διαβασμένος, -η
θα έχετε διαβαστεί
θα είστε διαβασμένοι, -ες
θα έχει διαβάσει
θα έχει διαβασμένο
θα έχουν διαβάσει
θα έχουν διαβασμένο
θα έχει διαβαστεί
θα είναι διαβασμένος, -η, -ο
θα έχουν διαβαστεί
θα είναι διαβασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διαβάζωνα διαβάζουμε, να διαβάζομενα διαβάζομαινα διαβαζόμαστε
να διαβάζειςνα διαβάζετενα διαβάζεσαινα διαβάζεστε, να διαβαζόσαστε
να διαβάζεινα διαβάζουν(ε)να διαβάζεταινα διαβάζονται
Aoristνα διαβάσωνα διαβάσουμε, να διαβάσομενα διαβαστώνα διαβαστούμε
να διαβάσειςνα διαβάσετενα διαβαστείςνα διαβαστείτε
να διαβάσεινα διαβάσουννα διαβαστείνα διαβαστούν(ε)
Perfνα έχω διαβάσει
να έχω διαβασμένο
να έχουμε διαβάσει
να έχουμε διαβασμένο
να έχω διαβαστεί
να είμαι διαβασμένος, -η
να έχουμε διαβαστεί
να είμαστε διαβασμένοι, -ες
να έχεις διαβάσει
να έχεις διαβασμένο
να έχετε διαβάσει
να έχετε διαβασμένο
να έχεις διαβαστεί
να είσαι διαβασμένος, -η
να έχετε διαβαστεί
να είστε διαβασμένοι, -ες
να έχει διαβάσει
να έχει διαβασμένο
να έχουν διαβάσει
να έχουν διαβασμένο
να έχει διαβαστεί
να είναι διαβασμένος, -η, -ο
να έχουν διαβαστεί
να είναι διαβασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδιάβαζεδιαβάζετεδιαβάζεστε
Aoristδιάβασεδιαβάστεδιαβάσουδιαβαστείτε
Part
izip
Presδιαβάζονταςδιαβαζόμενος
Perfέχοντας διαβάσει, έχοντας διαβασμένοδιαβασμένος, -η, -οδιαβασμένοι, -ες, -α
InfinAoristδιαβάσειδιαβαστεί











Griechische Definition zu διαβάζω

διαβάζω [δjavázo] -ομαι μππ. διαβασμένος κυρίως στις σημ. I2, 3 : I1α. διατρέχω με τα μάτια ένα κείμενο αναγνωρίζοντας τα γραπτά σύμβολα που το συνθέτουν: διαβάζω τα γράμματα / τους αριθμούς. Δεν μπορεί να διαβάσει χωρίς γυαλιά. H επιστολή είναι κακογραμμένη και δε διαβάζεται. β. έχω την ικανότητα να κατανοήσω τη σημασία, το περιεχόμενο ενός γραπτού κειμένου: Tο παιδί μαθαίνει να διαβάζει. Ξέρει να διαβάζει και να γράφει. Διαβάζει αγγλικά αλλά δεν τα μιλάει. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback