δείχνω  Verb  [dichno, thichno, deixnw]

Ähnliche Bedeutung wie δείχνω


Beispielsätze δείχνω

... του μεγάρου απεικονίζονταν λατρευτές να μεταφέρουν δώρα. Όλα τα στοιχεία δείχνουν πως ο ἄναξ κατείχε κεντρική θέση στη μυκηναϊκή λατρεία ως οργανωτής και ...

... των πλανητών του Ηλιακού συστήματος και των δορυφόρων τους που ακολουθεί δείχνει την πρόοδο των ανακαλύψεων νέων ουράνιων σωμάτων κατά την διάρκεια της ...

... Οι στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις του Γάιου Μάριου είχαν ως αποτέλεσμα να δείχνουν τα στρατεύματα μεγαλύτερη αφοσίωση στον διοικητή τους παρά στην ίδια την ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze zeigen

... Wenn ich dir mein Haus zeigen würde, mein Viertel von damals, würdest du verstehen, woher ich komme? ...

... Bitte zeigen Sie mir ein Anderes. ...

... Wir zeigen nun, wie dieses Lemma angewendet werden kann, um unser Haupttheorem zu beweisen. ...

Quelle: MUIRIEL, Wolf, MUIRIEL

Grammatik


ΔΕΙΧΝΩ
I show
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δείχνωδείχνουμε, δείχνομεδείχνομαιδειχνόμαστε
δείχνειςδείχνετεδείχνεσαιδείχνεστε, δειχνόσαστε
δείχνειδείχνουν(ε)δείχνεταιδείχνονται
Imper
fekt
έδειχναδείχναμεδειχνόμουν(α)δειχνόμαστε, δειχνόμασταν
έδειχνεςδείχνατεδειχνόσουν(α)δειχνόσαστε, δειχνόσασταν
έδειχνεέδειχναν, δείχναν(ε)δειχνόταν(ε)δείχνονταν, δειχνόντανε, δειχνόντουσαν
Aoristέδειξαδείξαμεδείχτηκαδειχτήκαμε
έδειξεςδείξατεδείχτηκεςδειχτήκατε
έδειξεέδειξαν, δείξαν(ε)δείχτηκεδείχτηκαν, δειχτήκαν(ε)
Per
fect
έχω δείξει
έχω δειγμένο
έχουμε δείξει
έχουμε δειγμένο
έχω δειχτεί
είμαι δειγμένος, -η
έχουμε δειχτεί
είμαστε δειγμένοι, -ες
έχεις δείξει
έχεις δειγμένο
έχετε δείξει
έχετε δειγμένο
έχεις δειχτεί
είσαι δειγμένος, -η
έχετε δειχτεί
είστε δειγμένοι, -ες
έχει δείξει
έχει δειγμένο
έχουν δείξει
έχουν δειγμένο
έχει δειχτεί
είναι δειγμένος, -η, -ο
έχουν δειχτεί
είναι δειγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα δείξει
είχα δειγμένο
είχαμε δείξει
είχαμε δειγμένο
είχα δειχτεί
ήμουν δειγμένος, -η
είχαμε δειχτεί
ήμαστε δειγμένοι, -ες
είχες δείξει
είχες δειγμένο
είχατε δείξει
είχατε δειγμένο
είχες δειχτεί
ήσουν δειγμένος, -η
είχατε δειχτεί
ήσαστε δειγμένοι, -ες
είχε δείξει
είχε δειγμένο
είχαν δείξει
είχαν δειγμένο
είχε δειχτεί
ήταν δειγμένος, -η, -ο
είχαν δειχτεί
ήταν δειγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δείχνωθα δείχνουμε, θα δείχνομεθα δείχνομαιθα δειχνόμαστε
θα δείχνειςθα δείχνετεθα δείχνεσαιθα δείχνεστε, θα δειχνόσαστε
θα δείχνειθα δείχνουν(ε)θα δείχνεταιθα δείχνονται
Fut
ur
θα δείξωθα δείξουμε, θα δείξομεθα δειχτώθα δειχτούμε
θα δείξειςθα δείξετεθα δειχτείςθα δειχτείτε
θα δείξειθα δείξουν(ε)θα δειχτείθα δειχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δείξει
θα έχω δειγμένο
θα έχουμε δείξει
θα έχουμε δειγμένο
θα έχω δειχτεί
θα είμαι δειγμένος, -η
θα έχουμε δειχτεί
θα είμαστε δειγμένοι, -ες
θα έχεις δείξει
θα έχεις δειγμένο
θα έχετε δείξει
θα έχετε δειγμένο
θα έχεις δειχτεί
θα είσαι δειγμένος, -η
θα έχετε δειχτεί
θα είστε δειγμένοι, -ες
θα έχει δείξει
θα έχει δειγμένο
θα έχουν δείξει
θα έχουν δειγμένο
θα έχει δειχτεί
θα είναι δειγμένος, -η, -ο
θα έχουν δειχτεί
θα είναι δειγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δείχνωνα δείχνουμε, να δείχνομενα δείχνομαινα δειχνόμαστε
να δείχνειςνα δείχνετενα δείχνεσαινα δείχνεστε, να δειχνόσαστε
να δείχνεινα δείχνουν(ε)να δείχνεταινα δείχνονται
Aoristνα δείξωνα δείξουμε, να δείξομενα δειχτώνα δειχτούμε
να δείξειςνα δείξετενα δειχτείςνα δειχτείτε
να δείξεινα δείξουν(ε)να δειχτείνα δειχτούν(ε)
Perfνα έχω δείξει
να έχω δειγμένο
να έχουμε δείξει
να έχουμε δειγμένο
να έχω δειχτεί
να είμαι δειγμένος, -η
να έχουμε δειχτεί
να είμαστε δειγμένοι, -ες
να έχεις δείξει
να έχεις δειγμένο
να έχετε δείξει
να έχετε δειγμένο
να έχεις δειχτεί
να είσαι δειγμένος, -η
να έχετε δειχτεί
να είστε δειγμένοι, -ες
να έχει δείξει
να έχει δειγμένο
να έχουν δείξει
να έχουν δειγμένο
να έχει δειχτεί
να είναι δειγμένος, -η, -ο
να έχουν δειχτεί
να είναι δειγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδείχνεδείχνετεδείχνεστε
Aoristδείξεδείξτε, δείχτεδείξουδειχτείτε
Part
izip
Presδείχνοντας
Perfέχοντας δείξει, έχοντας δειγμένοδειγμένος, -η, -οδειγμένοι, -ες, -α
InfinAoristδείξειδειχτεί



Person Wortform
Präsens ich zeige
du zeigst
er, sie, es zeigt
Präteritum ich zeigte
Konjunktiv II ich zeigte
Imperativ Singular zeige!
zeig!
Plural zeigt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gezeigt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:zeigen









Person Wortform
Präsens ich ergebe
du ergibst
er, sie, es ergibt
Präteritum ich ergab
Konjunktiv II ich ergäbe
Imperativ Singular ergib!
Plural ergebt!
ergebet!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
ergeben haben
Alle weiteren Formen: Flexion:ergeben



Person Wortform
Präsens ich wirke
du wirkst
er, sie, es wirkt
Präteritum ich wirkte
Konjunktiv II ich wirkte
Imperativ Singular wirk!
Plural wirkt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gewirkt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:wirken


Griechische Definition zu δείχνω

δείχνω [δíxno] -ομαι στις σημ. I1β και II2 : I1α. με μία χαρακτηριστική κίνηση, συνήθ. του χεριού, κατευθύνω το βλέμμα κάποιου σε κτ. προς το οποίο θέλω να στρέψω την προσοχή του: Δείξε μου ποιο παιχνίδι θέλεις! Tον έδειξε με το δάχτυλο. Δείξτε μου πού πονάτε, είπε ο γιατρός. Έλα να μου δείξεις πού χτύπησες. ΠAΡ Όταν το δάχτυλο έδειχνε το φεγγάρι, ο ηλίθιος έβλεπε το δάχτυλο, για κπ. που είναι ανίκανος να διακρίνει το σημαντικό από το δευτερεύον και ασήμαντο. || δείχνω σε κπ. ένα μέρος, τον ξεναγώ: Σήμερα θα σου δείξω την Aκρόπολη. δείχνω σε κπ. το δρόμο, τον πληροφορώ για τη διαδρομή που πρέπει να ακολουθήσει, για να φτάσει στον προορισμό του, και μτφ. ΠAΡ Έλα, παππού (μου), να σου δείξω τ΄ αμπελοχώραφά* σου / τα πατρογονικά* σου. || (έκφρ.) δείχνω σε κπ. την πόρτα, τον αποπέμπω, τον διώχνω με όχι ιδιαίτερα ευγενικό τρόπο. δείχνω σε κπ. την πλάτη, για να του δηλώσω την περιφρόνησή μου. β. (παθ., οικ.) για κπ. που επιδεικνύεται, που προσπαθεί να μην περάσει απαρατήρητος: Tης αρέσει να δείχνεται. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu δείχνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15