δίνω  Verb  [dino, thino, dinw]


Beispielsätze δίνω

... Ειλικρινά αγαπητή μου, δεν δίνω δεκάρα! ...

... Όταν δίνω φαγητό στους φτωχούς, με λένε άγιο. Όταν ρωτάω γιατί είναι φτωχοί, με λένε κομμουνιστή. ...

... Σου δίνω τον λόγο μου. ...

Quelle: mululatv, musiclover, musiclover


Beispielsätze erteilen

... Die reiche Nachbarstochter roch den Braten, dass Tom sich Teilhabe an ihrem Geld erhoffte, und ersann einen Plan, wie sie ihm hierfür eine Lektion erteilen könnte. ...

... Ich werde dir wohl eine Lektion erteilen müssen. ...

... „Ich bin zutiefst bewegt, dass Majestät mir, Eurer Majestät untertänigstem Diener, huldvollst die Erlaubnis zu erteilen geruht haben, hier vor Eurer Majestät zu erscheinen und Eurer Majestät, in größter Ehrerbietung, mein Anliegen vorzutragen.“ – „Ja, ja, nun kommen Sie schon zur Sache! Worum geht’s denn?“ ...

Quelle: Pfirsichbaeumchen, Pfirsichbaeumchen, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΔΙΝΩ
I give
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δίνωδίνουμε, δίνομεδίνομαιδινόμαστε
δίνειςδίνετεδίνεσαιδίνεστε, δινόσαστε
δίνειδίνουν(ε)δίνεταιδίνονται
Imper
fekt
έδιναδίναμεδινόμουν(α)δινόμαστε, δινόμασταν
έδινεςδίνατεδινόσουν(α)δινόσαστε, δινόσασταν
έδινεέδιναν, δίναν(ε)δινόταν(ε)δίνονταν, δινόντανε, δινόντουσαν
Aoristέδωσαδώσαμεδόθηκαδοθήκαμε
έδωσεςδώσατεδόθηκεςδοθήκατε
έδωσεέδωσαν, δώσαν(ε)δόθηκεδόθηκαν, δοθήκαν(ε)
Per
fect
έχω δώσει
(έχω δοσμένο)
έχουμε δώσει
(έχουμε δοσμένο)
έχω δοθεί
(είμαι δοσμένος, -η)
έχουμε δοθεί
(είμαστε δοσμένοι, -ες)
έχεις δώσει
(έχεις δοσμένο)
έχετε δώσει
(έχετε δοσμένο)
έχεις δοθεί
(είσαι δοσμένος, -η)
έχετε δοθεί
(είστε δοσμένοι, -ες)
έχει δώσει
(έχει δοσμένο)
έχουν δώσει
(έχουν δοσμένο)
έχει δοθεί
(είναι δοσμένος, -η, -ο)
έχουν δοθεί
(είναι δοσμένοι, -ες, -α)
Plu
per
fect
είχα δώσει
(είχα δοσμένο)
είχαμε δώσει
(είχαμε δοσμένο)
είχα δοθεί
(ήμουν δοσμένος, -η)
είχαμε δοθεί
(ήμαστε δοσμένοι, -ες)
είχες δώσει
(είχες δοσμένο)
είχατε δώσει
(είχατε δοσμένο)
είχες δοθεί
(ήσουν δοσμένος, -η)
είχατε δοθεί
(ήσαστε δοσμένοι, -ες)
είχε δώσει
(είχε δοσμένο)
είχαν δώσει
(είχαν δοσμένο)
είχε δοθεί
(ήταν δοσμένος, -η, -ο)
είχαν δοθεί
(ήταν δοσμένοι, -ες, -α)
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δίνωθα δίνουμε, θα δίνομεθα δίνομαιθα δινόμαστε
θα δίνειςθα δίνετεθα δίνεσαιθα δίνεστε, θα δινόσαστε
θα δίνειθα δίνουν(ε)θα δίνεταιθα δίνονται
Fut
ur
θα δώσωθα δώσουμε, θα δώσομεθα δοθώθα δοθούμε
θα δώσειςθα δώσετεθα δοθείςθα δοθείτε
θα δώσειθα δώσουν(ε)θα δοθείθα δοθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δώσει
(θα έχω δοσμένο)
θα έχουμε δώσει
(θα έχουμε δοσμένο)
θα έχω δοθεί
(θα είμαι δοσμένος, -η)
θα έχουμε δοθεί
(θα είμαστε δοσμένοι, -ες)
θα έχεις δώσει
(θα έχεις δοσμένο)
θα έχετε δώσει
(θα έχετε δοσμένο)
θα έχεις δοθεί
(θα είσαι δοσμένος, -η)
θα έχετε δοθεί
(θα είστε δοσμένοι, -ες)
θα έχει δώσει
(θα έχει δοσμένο)
θα έχουν δώσει
(θα έχουν δοσμένο)
θα έχει δοθεί
(θα είναι δοσμένος, -η, -ο)
θα έχουν δοθεί
(θα είναι δοσμένοι, -ες, -α)
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δίνωνα δίνουμε, να δίνομενα δίνομαινα δινόμαστε
να δίνειςνα δίνετενα δίνεσαινα δίνεστε, να δινόσαστε
να δίνεινα δίνουν(ε)να δίνεταινα δίνονται
Aoristνα δώσωνα δώσουμε, να δώσομενα δοθώνα δοθούμε
να δώσειςνα δώσετενα δοθείςνα δοθείτε
να δώσεινα δώσουν(ε)να δοθείνα δοθούν(ε)
Perfνα έχω δώσει
(να έχω δοσμένο)
να έχουμε δώσει
(να έχουμε δοσμένο)
να έχω δοθεί
(να είμαι δοσμένος, -η)
να έχουμε δοθεί
(να είμαστε δοσμένοι, -ες)
να έχεις δώσει
(να έχεις δοσμένο)
να έχετε δώσει
(να έχετε δοσμένο)
να έχεις δοθεί
(να είσαι δοσμένος, -η)
να έχετε δοθεί
(να είστε δοσμένοι, -ες)
να έχει δώσει
(να έχει δοσμένο)
να έχουν δώσει
(να έχουν δοσμένο)
να έχει δοθεί
(να είναι δοσμένος, -η, -ο)
να έχουν δοθεί
(να είναι δοσμένοι, -ες, -α)
Imper
ativ
Presδίνεδίνετεδίνεστε
Aoristδώσεδώστεδώσουδοθείτε
Part
izip
Presδίνοντας
Perfέχοντας δώσει, έχοντας δοσμένοδοσμένος, -η, -οδοσμένοι, -ες, -α
InfinAoristδώσειδοθεί









Person Wortform
Präsens ich gebe
du gibst
er, sie, es gibt
Präteritum ich gab
Konjunktiv II ich gäbe
Imperativ Singular gib!
Plural gebt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gegeben haben
Alle weiteren Formen: Flexion:geben





Person Wortform
Präsens ich ergebe
du ergibst
er, sie, es ergibt
Präteritum ich ergab
Konjunktiv II ich ergäbe
Imperativ Singular ergib!
Plural ergebt!
ergebet!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
ergeben haben
Alle weiteren Formen: Flexion:ergeben




Griechische Definition zu δίνω

δίνω [δíno] -ομαι Ρ αόρ. έδωσα, απαρέμφ. δώσει, παθ. αόρ. δόθηκα, απαρέμφ. δοθεί, μππ. δοσμένος : I. ANT παίρνω στις σημ. 1, 2, 3α, 3β, 3δ. 1. βάζω στο χέρι κάποιου κτ. ή το φέρνω κοντά του, έτσι ώστε να μπορεί να το χρησιμοποιήσει: Δώσε μου τα γυαλιά μου / ένα ποτήρι νερό. Mου δίνεις το ψωμί; Mου έδωσε το χέρι του να κρατηθώ. Θα δώσω στο παιδί να φάει. || Ο γιατρός τού έδωσε φάρμακο, του έδωσε την οδηγία για το φάρμακο. (έκφρ.) δίνω ένα χέρι* / χεράκι (σε κπ.). δίνω τα χέρια*. δίνω τροφή*. να τρώει η μάνα* και στο παιδί να μη δίνει. α2. παραχωρώ σε κπ. κτ. που μου ανήκει, για να το χρησιμοποιήσει: Tου έδωσα το αυτοκίνητο για το Σαββατοκύριακο, του το δάνεισα. β. παραχωρώ σε κπ. την κυριότητα ενός πράγματος: Tο σπίτι θα το δώσω στην κόρη μου. Tου έδωσε ό,τι είχε και δεν είχε. ΦΡ δίνω τη θέση* μου σε κπ. ή σε κτ. γ1. προσφέρω κτ. χωρίς αντάλλαγμα: Tου έδωσα για τη γιορτή του δέκα χιλιάδες. Tι θα μου δώσεις, όταν πάρω το πτυχίο μου;, τι θα μου χαρίσεις; Έδωσαν δώρα και γλυκά στα παιδιά. || χαρίζωI2α: H μητέρα δίνει στα παιδιά της τη ζωή της. Ο στρατός μάς έδωσε τη νίκη. γ2. προσφέρω κτ. ως ελεημοσύνη, ως βοήθεια: Δώσε κτ. για τους φτωχούς. δίνω αίμα για τις ανάγκες της αιμοδοσίας. (έκφρ.) δώσε και σ΄ εμένα μπάρμπα, για να δηλώσουμε ότι γίνονται παροχές, άφθονες και ανεξέλεγκτες. ΦΡ δε δίνει του αγγέλου του / ούτε στον άγγελό* του νερό. είναι όλο δώσε και δώσε, για κπ. που ζητάει συνεχώς χρήματα. δ. (με αφηρ. ουσ.) συγκατανεύω, δέχομαι να θέσω κτ. στη διάθεση κάποιου: Tου έδωσαν δέκα μέρες προθεσμία. Δώσε μου δύο λεπτά ακόμα να τελειώσω. δίνω σε κπ. τον καιρό / την ευκαιρία να κάνει κτ. δίνω το προβάδισμα / την προτεραιότητα. δίνω σε κπ. την άδεια / το δικαίωμα / τη δυνατότητα / την εξουσία. ΦΡ δίνω (το) πράσινο φως*. δίνω τόπο* στην οργή. (έκφρ.) ο Θεός να δώσει, να επιτρέψει, να ευδοκήσει: Ο Θεός να δώσει να ξανασυναντηθούμε, μακάρι. έδωσε ο Θεός, ευτυχώς ή επιτέλους: Έδωσε ο Θεός και έληξε αυτή η περιπέτεια. να μην το δώσει ο Θεός / η μοίρα / η τύχη, ευχή να μη συμβεί κτ. κακό. || (παθ., μτφ.) κτ. παρέχεται ως δωρεά: Mας δόθηκε να ζήσουμε σε χρόνια ειρηνικά. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu δίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15