απαιτώ  Verb  [apeto, apaitw]

Ähnliche Bedeutung wie απαιτώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze απαιτώ

... αυτού του επιπέδου προετοίμαζε τους νέους για νομική σταδιοδρομία και απαιτούσε από τους διδασκομένους να αποστηθίζουν τους ρωμαϊκούς νόμους. Οι μαθητές ...

... παπούτσια με καρφιά αν και οι Κανόνες του Παιχνιδιού δε διευκρινίζουν ότι απαιτούνται. Οι φανέλες πρέπει να έχουν μανίκια (είτε κοντά είτε μακριά) και ο κάθε ...

... Ύδρα θα έπαιρνε «το μερίδιόν της καθ’ όσον το δίκαιον απαιτούσε». Οι Υδραίοι, όμως, απαιτούσαν την άμεση καταβολή αυτών των αποζημιώσεων, πράγμα που ήταν ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze zumuten

... Wer uns nichts zumuten will, der hat vor uns keinen Respekt. ...

... Arche Noah vor und sagte dabei: „Wir müssen den Familien Entlastung und nicht Belastung zumuten und müssen auch ’ne Gerechtigkeit schaffen zwischen ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΠΑΙΤΩ
I demand
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
απαιτώαπαιτούμεαπαιτούμαιαπαιτούμαστε
απαιτείςαπαιτείτεαπαιτείσαιαπαιτείστε
απαιτείαπαιτούν(ε)απαιτείταιαπαιτούνται
Imper
fekt
απαιτούσααπαιτούσαμεαπαιτούμουναπαιτούμαστε
απαιτούσεςαπαιτούσατε
απαιτούσεαπαιτούσαν(ε)απαιτούνταν, απαιτείτοαπαιτούνταν, απαιτούντο
Aoristαπαίτησααπαιτήσαμεαπαιτήθηκααπαιτηθήκαμε
απαίτησεςαπαιτήσατεαπαιτήθηκεςαπαιτηθήκατε
απαίτησεαπαίτησαν, απαιτήσαν(ε)απαιτήθηκεαπαιτήθηκαν, απαιτηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω απαιτήσειέχουμε απαιτήσειέχω απαιτηθείέχουμε απαιτηθεί
έχεις απαιτήσειέχετε απαιτήσειέχεις απαιτηθείέχετε απαιτηθεί
έχει απαιτήσειέχουν απαιτήσειέχει απαιτηθείέχουν απαιτηθεί
Plu
perf
ekt
είχα απαιτήσειείχαμε απαιτήσειείχα απαιτηθείείχαμε απαιτηθεί
είχες απαιτήσειείχατε απαιτήσειείχες απαιτηθείείχατε απαιτηθεί
είχε απαιτήσειείχαν απαιτήσειείχε απαιτηθείείχαν απαιτηθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα απαιτώθα απαιτούμεθα απαιτούμαιθα απαιτούμαστε
θα απαιτείςθα απαιτείτεθα απαιτείσαιθα απαιτείστε
θα απαιτείθα απαιτούν(ε)θα απαιτείταιθα απαιτούνται
Fut
ur
θα απαιτήσωθα απαιτήσουμεθα απαιτηθώθα απαιτηθούμε
θα απαιτήσειςθα απαιτήσετεθα απαιτηθείςθα απαιτηθείτε
θα απαιτήσειθα απαιτήσουν(ε)θα απαιτηθείθα απαιτηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω απαιτήσειθα έχουμε απαιτήσει θα έχω απαιτηθείθα έχουμε απαιτηθεί
θα έχεις απαιτήσειθα έχετε απαιτήσειθα έχεις απαιτηθείθα έχετε απαιτηθεί
θα έχει απαιτήσειθα έχουν απαιτήσειθα έχει απαιτηθείθα έχουν απαιτηθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να απαιτώνα απαιτούμενα απαιτούμαινα απαιτούμαστε
να απαιτείςνα απαιτείτενα απαιτείσαινα απαιτείστε
να απαιτείνα απαιτούν(ε)να απαιτείταινα απαιτούνται
Aoristνα απαιτήσωνα απαιτήσουμε, να απαιτήσομενα απαιτηθώνα απαιτηθούμε
να απαιτήσειςνα απαιτήσετενα απαιτηθείςνα απαιτηθείτε
να απαιτήσεινα απαιτήσουν(ε)να απαιτηθείνα απαιτηθούν(ε)
Perfνα έχω απαιτήσεινα έχουμε απαιτήσεινα έχω απαιτηθείνα έχουμε απαιτηθεί
να έχεις απαιτήσεινα έχετε απαιτήσεινα έχεις απαιτηθείνα έχετε απαιτηθεί
να έχει απαιτήσεινα έχουν απαιτήσεινα έχει απαιτηθείνα έχουν απαιτηθεί
Imper
ativ
Presαπαιτείτεαπαιτείστε
Aoristαπαίτησεαπαιτήστε, απαιτήσετεαπαιτήσουαπαιτηθείτε
Part
izip
Presαπαιτώνταςαπαιτούμενος
Perfέχοντας απαιτήσει
InfinAoristαπαιτήσειαπαιτηθεί


















Griechische Definition zu απαιτώ

απαιτώ [apetó] -ούμαι μπε. απαιτούμενος* : 1.ζητώ επίμονα, φορτικά: α. κτ. το οποίο θεωρώ ότι μου ανήκει δικαιωματικά: απαιτώ αποζημίωση / το μισθό μου. β. κτ. που θεωρώ σωστό: απαιτώ ησυχία / προσοχή. απαιτώ να με ακούσεις. Aπαιτούσε επίμονα να μάθει την αλήθεια. || Tο δίκαιο / η λογική απαιτεί… [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu απαιτώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15