αναλύω  Verb  [analio, analyw]

Ähnliche Bedeutung wie αναλύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αναλύω

... Ο Αναλυόντας είναι χωριό στην Επαρχία Λευκωσίας της Κύπρου, το οποίο ευρίσκεται νότια των Πέρων Ορεινής. Απογραφή 2001 Επίσημη ιστοσελίδα ...

... στον οποίο αναλύεται. Ένας σύνθετος αριθμός που αναλύεται μόνο σε δύο διαφορετικούς πρώτους λέγεται ημιπρώτος (παράδειγμα το 14, που αναλύεται σε 2 · 7 ...

... πρίσμα και διαπιστώνοντας πως κάθε μια μονοχρωματική αναδυόμενη δέσμη δεν αναλύεται συμπέρανε τα ακόλουθα: 1. Οι διαφόρων χρωμάτων φωτεινές ακτίνες παρουσιάζουν ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΝΑΛΥΩ
I analyse
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αναλύω →../psychanalyo/index">ψυχ-αναλύουμε, αναλύομεαναλύομαιαναλυόμαστε
αναλύειςαναλύετεαναλύεσαιαναλύεστε, αναλυόσαστε
αναλύειαναλύουν(ε)αναλύεταιαναλύονται
Imper
fekt
ανέλυααναλύαμεαναλυόμουν(α)αναλυόμαστε
ανέλυεςαναλύατεαναλυόσουν(α)αναλυόσαστε
ανέλυεανέλυαν, αναλύαν(ε)αναλυόταν(ε)αναλύονταν
Aoristανέλυσα, ανάλυσααναλύσαμεαναλύθηκααναλυθήκαμε
ανέλυσες, ανάλυσεςαναλύσατεαναλύθηκεςαναλυθήκατε
ανέλυσε, ανάλυσεανέλυσαν, αναλύσαν(ε)αναλύθηκεαναλύθηκαν, αναλυθήκαν(ε)
Per
fect
έχω αναλύσει
έχω αναλυμένο
έχουμε αναλύσει
έχουμε αναλυμένο
έχω αναλυθεί
είμαι αναλυμένος, -η
έχουμε αναλυθεί
είμαστε αναλυμένοι, -ες
έχεις αναλύσει
έχεις αναλυμένο
έχετε αναλύσει
έχετε αναλυμένο
έχεις αναλυθεί
είσαι αναλυμένος, -η
έχετε αναλυθεί
είστε αναλυμένοι, -ες
έχει αναλύσει
έχει αναλυμένο
έχουν αναλύσει
έχουν αναλυμένο
έχει αναλυθεί
είναι αναλυμένος, -η, -ο
έχουν αναλυθεί
είναι αναλυμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα αναλύσει
είχα αναλυμένο
είχαμε αναλύσει
είχαμε αναλυμένο
είχα αναλυθεί
ήμουν αναλυμένος, -η
είχαμε αναλυθεί
ήμαστε αναλυμένοι, -ες
είχες αναλύσει
είχες αναλυμένο
είχατε αναλύσει
είχατε αναλυμένο
είχες αναλυθεί
ήσουν αναλυμένος, -η
είχατε αναλυθεί
ήσαστε αναλυμένοι, -ες
είχε αναλύσει
είχε αναλυμένο
είχαν αναλύσει
είχαν αναλυμένο
είχε αναλυθεί
ήταν αναλυμένος, -η, -ο
είχαν αναλυθεί
ήταν αναλυμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αναλύωθα αναλύουμε, θα αναλύομεθα αναλύομαιθα αναλυόμαστε
θα αναλύειςθα αναλύετεθα αναλύεσαιθα αναλύεστε θα αναλυόσαστε
θα αναλύειθα αναλύουν(ε)θα αναλύεταιθα αναλύονται
Fut
ur
θα αναλύσωθα αναλύσουμε, θα αναλύσομεθα αναλυθώθα αναλυθούμε
θα αναλύσειςθα αναλύσετεθα αναλυθείςθα αναλυθείτε
θα αναλύσειθα αναλύσουν(ε)θα αναλυθείθα αναλυθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αναλύσει
θα έχω αναλυμένο
θα έχουμε αναλύσει
θα έχουμε αναλυμένο
θα έχω αναλυθεί
θα είμαι αναλυμένος, -η
θα έχουμε αναλυθεί
θα είμαστε αναλυμένοι, -ες
θα έχεις αναλύσει
θα έχεις αναλυμένο
θα έχετε αναλύσει
θα έχετε αναλυμένο
θα έχεις αναλυθεί
θα είσαι αναλυμένος, -η
θα έχετε αναλυθεί
θα είστε αναλυμένοι, -ες
θα έχει αναλύσει
θα έχει αναλυμένο
θα έχουν αναλύσει
θα έχουν αναλυμένο
θα έχει αναλυθεί
θα είναι αναλυμένος, -η, -ο
θα έχουν αναλυθεί
θα είναι αναλυμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αναλύωνα αναλύουμε, να αναλύομενα αναλύομαινα αναλυόμαστε
να αναλύειςνα αναλύετενα αναλύεσαινα αναλύεστε, να αναλυόσαστε
να αναλύεινα αναλύουν(ε)να αναλύεταινα αναλύονται
Aoristνα αναλύσωνα αναλύσουμε, να αναλύσομενα αναλυθώνα αναλυθούμε
να αναλύσειςνα αναλύσετενα αναλυθείςνα αναλυθείτε
να αναλύσεινα αναλύσουν(ε)να αναλυθείνα αναλυθούν(ε)
Perfνα έχω αναλύσει
να έχω αναλυμένο
να έχουμε αναλύσει
να έχουμε αναλυμένο
να έχω αναλυθεί
να είμαι αναλυμένος, -η
να έχουμε αναλυθεί
να είμαστε αναλυμένοι, -ες
να έχεις αναλύσει
να έχεις αναλυμένο
να έχετε αναλύσει
να έχετε αναλυμένο
να έχεις αναλυθεί
να είσαι αναλυμένος, -η
να έχετε αναλυθεί
να είστε αναλυμένοι, -ες
να έχει αναλύσει
να έχει αναλυμένο
να έχουν αναλύσει
να έχουν αναλυμένο
να έχει αναλυθεί
να είναι αναλυμένος, -η, -ο
να έχουν αναλυθεί
να είναι αναλυμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presανάλυεαναλύετεαναλύεστε
Aoristανάλυσεαναλύσετε, αναλύστεαναλύσουαναλυθείτε
Part
izip
Presαναλύοντας
Perfέχοντας αναλύσει, έχοντας αναλυμένοαναλυμένος, -η, -οαναλυμένοι, -ες, -α
InfinAoristαναλύσειαναλυθεί



Person Wortform
Präsens ich parse
du parst
er, sie, es parst
Präteritum ich parste
Konjunktiv II ich parste
Imperativ Singular pars!
parse!
Plural parst!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geparst haben
Alle weiteren Formen: Flexion:parsen








Griechische Definition zu αναλύω

αναλύω· αναλυώ· αναλώ.

1)
α) Λειώνω, ρευστοποιώ κ.:
αλός αμμωνιακού μετά πυέλου αναλυθέντος (Iερακοσ. 40512
β) (μεταφ.) «λειώνω», εξουθενώνω κάπ.:
Aνέλυσέ μ’ η φλόγωσις των πολυστεναγμάτων (Σπαν. A 26
φρ. αναλύω την καρδιά κάπ. = αποθαρρύνω κάπ., τον κάνω να δειλιάσει:
(Πεντ. Δευτ. XX 8).
2) Διαλύω, καταστρέφω κ.:
πυρ … αναλεί τα τείχη (Aξαγ., Kάρολ. E´ 424).
[αρχ. αναλύω. Oι τ. και σήμ. ιδιωμ. H λ. και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αναλύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15