{η}  κράτηση Subst.  [kratisi, krathsh]

{die}    Subst.
(1282)
{die}    Subst.
(668)
{der}    Subst.
(376)
{der}    Subst.
(68)
{der}    Subst.
(4)
(3)

Etymologie zu κράτηση

κράτηση Etymologie fehlt


GriechischDeutsch
(προαιρετικά) παροχή της ακόλουθης υπηρεσίας: online παραγγελία ή κράτηση,(fakultativ) Funktionsangebot: Online-Bestellung, -Reservierung oder -Buchung;

Übersetzung bestätigt

Η σιδηροδρομική επιχείρηση, ο πωλητής εισιτηρίων ή ο ταξιδιωτικός πράκτορας μπορεί να αρνηθεί την κράτηση ή τη χορήγηση εισιτηρίου σε άτομο με αναπηρία ή με μειωμένη κινητικότητα ή να απαιτήσει να συνοδεύεται το άτομο αυτό από άλλο άτομο μόνον εφόσον τούτο είναι απολύτως αναγκαίο για την τήρηση των διατάξεων πρόσβασης περί των οποίων η παράγραφος 1.Ein Eisenbahnunternehmen, Fahrkartenverkäufer oder Reiseveranstalter darf sich nicht weigern, eine Buchung einer Person mit einer Behinderung oder einer Person mit eingeschränkter Mobilität zu akzeptieren oder ihr eine Fahrkarte auszustellen, oder verlangen, dass sie von einer anderen Person begleitet wird, es sei denn, dies ist unbedingt erforderlich, um den in Absatz 1 genannten Zugangsregeln nachzukommen.

Übersetzung bestätigt

Η κράτηση και η χορήγηση εισιτηρίων σε άτομα με αναπηρία ή με μειωμένη κινητικότητα πραγματοποιείται χωρίς επιπλέον κόστος.Buchungen und Fahrkarten werden für Personen mit Behinderungen und Personen mit eingeschränkter Mobilität ohne Aufpreis angeboten.

Übersetzung bestätigt

ως «κράτηση» νοείται η έγκριση, έγγραφη ή ηλεκτρονική, που δίνει δικαίωμα μεταφοράς με βάση εκ των προτέρων βεβαιωμένες ad hoc ρυθμίσεις·Buchung“ eine in Papierform oder elektronisch erteilte Beförderungsberechtigung aufgrund einer zuvor bestätigten personenbezogenen Beförderungsvereinbarung;

Übersetzung bestätigt

παροχή της ακόλουθης διευκόλυνσης: online παραγγελία ή κράτησηFunktionsangebot: Online-Bestellung, -Reservierung oder -Buchung;

Übersetzung bestätigt



Grammatik

Noch keine Grammatik zu κράτηση.



Singular

Plural

Nominativdie Buchung

die Buchungen

Genitivder Buchung

der Buchungen

Dativder Buchung

den Buchungen

Akkusativdie Buchung

die Buchungen




Singular

Plural

Nominativdie Reservierung

die Reservierungen

Genitivder Reservierung

der Reservierungen

Dativder Reservierung

den Reservierungen

Akkusativdie Reservierung

die Reservierungen




Singular

Plural

Nominativdie Haft

Genitivder Haft

Dativder Haft

Akkusativdie Haft








Griechische Definition zu κράτηση

κράτηση η [krátisi] : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κρατώ, κυρίως στις σημασίες που αναφέρονται στη φύλαξη, διατήρηση, συγκράτηση, παρεμπόδιση, σύλληψη ή παρακράτηση: α. κράτηση / κρατήσεις θέσεων, κυρίως για μεταφορικό μέσο. β. (συνήθ. πληθ.) το ποσό που κατακρατείται από τις αποδοχές ή τις απολαβές κάποιου για ασφάλιση, φορολογία κτλ.: Tο δώρο υπολογίζεται επί του βασικού μισθού, χωρίς τις κρατήσεις. Ο μισθός υπόκειται σε κρατήσεις 5%. Kρατήσεις υπέρ τρίτων. γ. ποινή που επιβάλλεται σε περιπτώσεις πταισμάτων: Προσωπική κράτηση, προσωρινή στέρηση της ελευθερίας· προσωποκράτηση. (λόγ. έκφρ.) υπό κράτηση: Tελώ υπό κράτηση. Θέτω κπ. υπό κράτηση. || στέρηση εξόδου η οποία επιβάλλεται στο στρατό ως ποινή σε περιπτώσεις ελαφρών παραπτωμάτων.

[λόγ.: α: ελνστ. κράτησ(ις) `κατοχή΄ -ση· γ: μσν. σημ.· β: σημδ. γαλλ. retenue]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback