Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



ψωλή

ψωλή altgriechisch ψωλή


χρυσωρυχείο

χρυσωρυχείο Koine-Griechisch χρυσωρυχεῖον ((Lehnbedeutung) γαλλικά gold mine ή γαλλικά mine d'or)


χειροκροτητής

χειροκροτητής χειροκροτώ Wort verwendet ab 1888


φέρομαι

φέρομαι Passiv von φέρω altgriechisch φέρομαι


υφάντρα

υφάντρα υφάντρια με αποβολή του [i] ανάμεσα σε [r] και φωνήεν > -τρα[1]


υπερθεματίζω

υπερθεματίζω Koine-Griechisch ὑπερθεματίζω


συντακτικός

συντακτικός Etymologie fehlt


συνειρμός

συνειρμός spätgriechisch συνειρμός συνείρω σύν + εἴρω


στάχωση

στάχωση mittelgriechisch στάχωσις σταχώνω στάχυς


σημάδεμα

σημάδεμα σημαδεύω + -μα


σαβάνα

σαβάνα italienisch savana spanisch sabana ταΐνο


πριγκιπόπουλο

πριγκιπόπουλο Etymologie fehlt


ξεματιάστρα

ξεματιάστρα ξεματιάζω + -τρα


ναυτόπουλο

ναυτόπουλο Etymologie fehlt


μυρμήγκιασμα

μυρμήγκιασμα μυρμηγκιάζω + -μα μυρμήγκι


μεταλλοβιομηχανία

μεταλλοβιομηχανία μέταλλο + βιομηχανία


μεροφάι

μεροφάι Etymologie fehlt


μαυροσκούφης

μαυροσκούφης μαυρο- + σκούφ(ος) + -ης mittelgriechisch σκούφια / σκουφία italienisch scuffia cuffia lateinisch cofia / cofea / cuffa / cuphia (κράνος, κουκούλα) φραγκικά *kuf(f)ja ‎(κόμμωση) πρωτογερμανικά *kupjō ‎(κουκούλα, σκούφος) (επειδή φοράνε μαύρο μπερέ)


λαχανίδα

λαχανίδα Etymologie fehlt


κλειδώνω

κλειδώνω Koine-Griechisch κλειδόω / κλειδῶ altgriechisch κλείς proto-griechisch *klāwī́ds proto-indogermanisch *kleh₂us (μέσο ασφάλισης / κλειδώματος)


καταγέλαστος

καταγέλαστος Etymologie fehlt


καμαρώνω

καμαρώνω altgriechisch καμαρῶ (-όω) altgriechisch καμάρα


καβγατζής

καβγατζής türkisch kavgacı + -ς kavga[1]. Αναλύεται σε καβγάς + -τζής


θριγκός

θριγκός altgriechisch θριγκός, που αναφέρεται πρώτη φορά στον Όμηρο[1]


ζεύγμα

ζεύγμα το μέσο που χρησιμοποιείται για την σύνδεση


εφίππιο

εφίππιο Koine-Griechisch ἐφίππιον altgriechisch ἐφίππιος ἵππος


επιστασία

επιστασία Etymologie fehlt


διασκορπισμός

διασκορπισμός Koine-Griechisch διασκορπισμός διασκορπίζω διά + σκορπίζω altgriechisch σκορπίος proto-indogermanisch *(s)ker- (κόβω)


γουναράς

γουναράς mittelgriechisch γουνάριος + -άς


γκέτα

γκέτα venezianisch gheta (πρβ. italienisch ghette)


γκανιότα

γκανιότα französisch cagnotte


γελάδι

γελάδι mittelgriechisch υποκοριστικό του αγελάδα


βωμολοχία

βωμολοχία altgriechisch βωμολοχία βωμός + -λοχία (-ολοχία) (καβγάς, αψιμαχία, τσακωμός)


βάσανον

βάσανον mittelgriechisch βάσανον altgriechisch βάσανος αρχαία αιγυπτιακά baḫan (είδος πετρώματος που χρησιμοποιόταν ως λυδία λίθος)


βάραθρον

βάραθρον Etymologie fehlt


αφόρμηση

αφόρμηση αφορμώμαι + -ση


αυτόχειρ

αυτόχειρ altgriechisch αὐτόχειρ


ατμοστρόβιλος

ατμοστρόβιλος ατμός + -ο- + στρόβιλος ((Lehnübersetzung) englisch steam turbine)


άταφος

άταφος Etymologie fehlt


απρεπώς

απρεπώς altgriechisch ἀπρεπῶς ἀπρεπής


αποθησαύριση

αποθησαύριση αποθησαυρίζω + -ση


απλησίαστος

απλησίαστος Koine-Griechisch ἀπλησίαστος


απανεμιά

απανεμιά από + άνεμος


αξιοθρήνητα

αξιοθρήνητα αξιοθρήνητος -α


αμολάω

αμολάω mittelgriechisch ἀμολάρω


άμνιο

άμνιο altgriechisch ἄμνιον


αμερικανόφιλος

αμερικανόφιλος (Αμερικανός) αμερικανό- + -φιλος


αλληλοδιαδόχως

αλληλοδιαδόχως Etymologie fehlt


αλισφακιά

αλισφακιά mittelgriechisch αλισφακιά altgriechisch ἐλελίσφακος altgriechisch ἐλελίζω + σφάκος


αλιεύω

αλιεύω altgriechisch ἁλιεύω ἁλιεύομαι


ακρολοφία

ακρολοφία> (λόγιο) Koine-Griechisch ἀκρολοφία ἀκρόλοφος


ακρόλιθος

ακρόλιθος ελληνιστικό ἀκρόλιθος


αεροναυπηγική

αεροναυπηγική αήρ + ναυπηγώ


αδέξιος

αδέξιος Koine-Griechisch ἀδέξιος ἀ- + δεξιός


αγλάισμα

αγλάισμα altgriechisch ἀγλάϊσμα ἀγλαός ("θαυμάσιος, λαμπρός")


φλαμπέ

φλαμπέ von γαλλικό όρο flambé και flambée μετοχή αρσενικού και θηλυκού γένους αντίστοιχα του ρήματος flamber (καίω, πυρπολώ, φλογίζω)


τσαμπί

τσαμπί mittelgriechisch τσαμπί venezianisch zambin, υποκοριστικό του zamba (κνήμη ζώου)


τουλούμπα

τουλούμπα osmanisch türkisch tulumba italienisch tromba (αντλία)


τάχατε

τάχατε Etymologie fehlt


συρματουργία

συρματουργία Etymologie fehlt


συρίγγιο

συρίγγιο Etymologie fehlt


στραβομουτσούνιασμα

στραβομουτσούνιασμα Etymologie fehlt


στουρνάρι

στουρνάρι mittelgriechisch στουρνάριον altgriechisch στορύνη


σουπιέρα

σουπιέρα Etymologie fehlt


σκολειό

σκολειό σχολείο


ρεύομαι

ρεύομαι altgriechisch ἐρεύγομαι


παραμυθόδραμα


οπλοφόρος

οπλοφόρος altgriechisch ὁπλοφόρος


οιμωγή

οιμωγή altgriechisch οἰμωγή οἴμοι οἴ + μοι Onomatopoetikum


οδαλίσκη

οδαλίσκη französisch odalisque türkisch اوطه‌لق / odalık اوده / oda


μονόκερος

μονόκερος μονόκερως + -ος


μάντρωμα

μάντρωμα μαντρώ(νω) + -μα


κόμπιασμα

κόμπιασμα Etymologie fehlt


κατόπτευση

κατόπτευση Koine-Griechisch κατόπτευσις altgriechisch κατοπτεύω κατά + ὀπτεύω ὀπτός ὁράω


καταβόθρα

καταβόθρα Etymologie fehlt


καπνοδόχος

καπνοδόχος (Maskulinum) Koine-Griechisch καπνοδόχος


καληώρα

καληώρα καλή ώρα


ιεροψάλτης

ιεροψάλτης Koine-Griechisch ἱεροψάλτης ἱερός + -ο- + ψάλτης


ζωοδότης

ζωοδότης Koine-Griechisch ζωή + -δότης ( δίδωμι)


ευχολόγιο

ευχολόγιο mittelgriechisch εὐχολόγιον ευχ(η) + -ο- + -λόγιο


ευεργέτημα

ευεργέτημα altgriechisch εὐεργέτημα ((Lehnbedeutung) französisch bénéfice[1] [2])


επιζωοτία

επιζωοτία (entlehnt aus) französisch épizootie ἐπί + Koine-Griechisch ζῳότης altgriechisch ζῷον


εξπρεσιονισμός

εξπρεσιονισμός französisch expressionnisme lateinisch expressio (έκφραση) expressus exprimo (εκθλίβω) ex (έξω) + premo (πιέζω)


εξιστορώ

εξιστορώ altgriechisch ἐξιστορέω / ἐξιστορῶ


εκκόλαψη

εκκόλαψη (λόγιο) altgriechisch ἐκκόλαψις (ἐκκόλαπ(σις) + -ση, (Lehnbedeutung) französisch incubation[1]


εγκλιματισμός

εγκλιματισμός εγκλιματίζω


γενναιοψυχία

γενναιοψυχία επίθετο γενναιόψυχος


αρχετυπικά


άπαγε

άπαγε altgriechisch ἄπαγε, β’ ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος ἀπάγω


ανεμότρατα

ανεμότρατα άνεμος και τράτα


ανακόπτω

ανακόπτω altgriechisch ἀνακόπτω


αλληλοεπίδραση


ακορντεονίστας

ακορντεονίστας französisch accordéoniste[1]


άγανο

άγανο altgriechisch ἄκανος, με επίδραση von ἄγανον (ξύλον)


ψυχισμός

ψυχισμός französisch psychisme psychique ψυχή + -ισμός


χόβερκραφτ

χόβερκραφτ englisch hovercraft


φαρμακόγλωσσα

φαρμακόγλωσσα φαρμάκι + -ο- + γλώσσα


υποκάμισο


υποδηματοποιείο

υποδηματοποιείο Etymologie fehlt


συντρίβω

συντρίβω altgriechisch συντρίβω συν- + τρίβω



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback