Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



κατακαλόκαιρο

κατακαλόκαιρο κατα- + καλοκαίρι + -ο


κατακαίω

κατακαίω Etymologie fehlt


κατακάθομαι

κατακάθομαι κάτω + κάθομαι


κατακάθισμα

κατακάθισμα Etymologie fehlt


κατακάθι

κατακάθι κατακάθομαι


καταισχύνη

καταισχύνη mittelgriechisch altgriechisch καταισχύνω


καταιονισμός

καταιονισμός Koine-Griechisch καταιόνησις + κατάληξη -μος καταιονάω / καταιονῶ altgriechisch κατά + αἰονάω / αἰονῶ


καταιονητήρας

καταιονητήρας altgriechisch καταιονάω / καταιονῶ + -τήρας


καταιγισμός

καταιγισμός altgriechisch καταιγισμός


καταιγίδα

καταιγίδα altgriechisch καταιγίς κατ(α)- + αἰγίς Η σημασία της λέξης προέρχεται von ασπίδα του Δία, που παριστανόταν ως αιγίδα, ένα χιτώνα από δέρμα κατσίκας, και πιστευόταν ότι, όταν την έσειε δυνατά, προκαλούσε θύελλα


καταθορυβώ

καταθορυβώ Etymologie fehlt


κατάθλιψη

κατάθλιψη Koine-Griechisch κατάθλιψις καταθλίβω θλίβω ((Lehnbedeutung) französisch oppression)


καταθλιπτικός

καταθλιπτικός καταθλίβω + -τικός


καταθλιμμένος

καταθλιμμένος Passiv Perfekt von καταθλίβω


καταθλίβω

καταθλίβω κατά + θλίβω


καταθέτω

καταθέτω altgriechisch κατατίθημι


καταθέτης

καταθέτης καταθέτω


κατάθεση

κατάθεση καταθέτω


καταζητώ

καταζητώ Etymologie fehlt


καταζήτηση

καταζήτηση Etymologie fehlt


κατάδυση

κατάδυση altgriechisch κατάδυσις


καταδύομαι

καταδύομαι altgriechisch καταδύομαι


καταδυναστεύω

καταδυναστεύω Etymologie fehlt


καταδρομικό

καταδρομικό καταδρομή + -ικό


καταδρομή

καταδρομή altgriechisch καταδρομή


καταδρομέας

καταδρομέας altgriechisch καταδρομεύς


καταδότης

καταδότης mittelgriechisch καταδότης καταδίδω κατά + δίδω altgriechisch δίδωμι


κατάδοση

κατάδοση καταδότης + -ση


καταδολίευση

καταδολίευση κατα- + δολίευση


καταδολιεύομαι

καταδολιεύομαι Etymologie fehlt


καταδίωξη

καταδίωξη καταδιώκω + -ση


καταδιώκω

καταδιώκω altgriechisch καταδιώκω κατα- + διώκω ((Lehnbedeutung) französisch poursuivre)


καταδιωγμός

καταδιωγμός καταδιώκω + -μός ((Lehnübersetzung) französisch persécution)


κατάδικος

κατάδικος Etymologie fehlt


καταδίκη

καταδίκη altgriechisch καταδίκη


καταδικάζω

καταδικάζω altgriechisch καταδικάζω


καταδίδω

καταδίδω mittelgriechisch καταδίδω κατά + δίδω altgriechisch δίδωμι


καταδημαγωγώ

καταδημαγωγώ Etymologie fehlt


καταδέχομαι

καταδέχομαι altgriechisch καταδέχομαι κατά + δέχομαι


καταδεκτικός

καταδεκτικός καταδέχομαι


κατάδειξη

κατάδειξη καταδεικνύω + -ση


καταδεικνύω

καταδεικνύω altgriechisch καταδείκνυμι δείκνυμι


καταδαπανώ

καταδαπανώ Etymologie fehlt


καταγωγή

καταγωγή (λόγιο) Koine-Griechisch καταγωγή altgriechisch καταγωγή (αποβίβαση)[1] κατάγω κατά + ἄγω, ἀγωγή


κατάγω

κατάγω Koine-Griechisch κατάγω κατά + altgriechisch ἄγω


καταγράφω

καταγράφω altgriechisch καταγράφω κατά + γράφω


καταγραφή

καταγραφή Koine-Griechisch καταγραφή altgriechisch καταγράφω κατά + γράφω


καταγραφέας

καταγραφέας Etymologie fehlt


κατάγομαι

κατάγομαι Passiv von κατάγω


καταγοητεύω

καταγοητεύω Etymologie fehlt


κάταγμα

κάταγμα altgriechisch κάταγμα


καταγλαΐζω

καταγλαΐζω Etymologie fehlt


καταγίνομαι

καταγίνομαι κατά + γίνομαι


καταγής

καταγής altgriechisch κατά γῆς


καταγελώ

καταγελώ Etymologie fehlt


καταγέλαστος

καταγέλαστος Etymologie fehlt


καταγγέλλω

καταγγέλλω altgriechisch καταγγέλλω κατά + ἀγγέλλω


καταγγελία

καταγγελία Koine-Griechisch καταγγελία altgriechisch καταγγέλλω


καταβύθιση

καταβύθιση κατα- + βύθιση


καταβυθίζω

καταβυθίζω Etymologie fehlt


καταβρόχθιση

καταβρόχθιση Etymologie fehlt


καταβροχθίζω

καταβροχθίζω altgriechisch καταβροχθίζω κατά + βροχθίζω βρόχθος (2, 3. (Lehnbedeutung) französisch engloutir)


καταβρομισμένος


καταβρέχω

καταβρέχω altgriechisch καταβρέχω κατά + βρέχω indoeuropäisch (Wurzel) *Hreǵ- (ρέω, κυλώ)


καταβρεχτήρι

καταβρεχτήρι Etymologie fehlt


καταβρεχτήρας

καταβρεχτήρας Etymologie fehlt


κατάβρεγμα

κατάβρεγμα καταβρέχω + -μα


καταβολιάζω

καταβολιάζω Etymologie fehlt


καταβολή

καταβολή (λόγιο) altgriechisch καταβολή (σπορά, θεμελίωμα, πληρωμή)[1] καταβάλλω. Συγχρονικά αναλύεται σε κατα- + βολή


καταβολάδα

καταβολάδα Etymologie fehlt


καταβόθρα

καταβόθρα Etymologie fehlt


καταβίβαση

καταβίβαση καταβιβάζω + -ση ((Lehnübersetzung) νέα ελληνική κατέβασμα)


καταβιβάζω

καταβιβάζω Etymologie fehlt


κατάβασις

κατάβασις altgriechisch κατάβασις


καταβασία

καταβασία κατάβαση


κατάβαση

κατάβαση [λόγ. αρχ. κατάβα(σις) -ση]


καταβαράθρωση

καταβαράθρωση καταβαραθρώνω + -ση


καταβαραθρώνω

καταβαραθρώνω κατα- + βαραθρώνω ((Lehnübersetzung) französisch abîmer)


καταβάλλω

καταβάλλω altgriechisch καταβάλλω κατά + βάλλω


κατάβαθα

κατάβαθα Etymologie fehlt


καστροφύλακας

καστροφύλακας mittelgriechisch καστροφύλαξ κάστρον + φύλαξ


καστρόπορτα

καστρόπορτα Etymologie fehlt


καστράτος

καστράτος lateinisch castratus (ευνουχισμένος)


καστορέλαιο

καστορέλαιο κάστορας + έλαιο ((Lehnübersetzung) (αγγλικά) castor oil)


καστόρ

καστόρ Etymologie fehlt


καστανόχωμα

καστανόχωμα καστανιά + χώμα


καστανοπώλης

καστανοπώλης Etymologie fehlt


κάστανο

κάστανο Koine-Griechisch κάστανον


καστανιέτα

καστανιέτα Etymologie fehlt


καστανιά

καστανιά κάστανο + -ια


καστάνια

καστάνια Etymologie fehlt


καστανάς

καστανάς Etymologie fehlt


κάστα

κάστα italienisch casta spanisch casta, Femininum von castus lateinisch castus, Passiv Perfekt von careo proto-italienisch *kazēō indoeuropäisch (Wurzel) *ḱes- ‎(κόβω)


κασσιτερωτής

κασσιτερωτής κασσιτερώνω + -τής


κασσιτέρωση

κασσιτέρωση κασσιτερώνω + -ση


κασσίτερος

κασσίτερος altgriechisch κασσίτερος (άγνωστης ετυμολογίας, πιθανόν δάνειο από τα σανσκριτικά)


κασόνι

κασόνι italienisch cassone


κασμίρι

κασμίρι → siehe: Κασμίρ


κασμάς

κασμάς türkisch kazma


κασκορσέ

κασκορσέ französisch cache-corset («αυτό που κρύβει, φοριέται πάνω von κορσέ»)



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback