Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



λαθρεμπόριο

λαθρεμπόριο λαθρ- + εμπόριο


λαθραναγνώστης

λαθραναγνώστης λαθρ- + αναγνώστης


λαθούρι

λαθούρι mittelgriechisch λαθούριν λαθύριον, υποκ. altgriechisch λάθυρος


λάθος


λαθεύω

λαθεύω θέμα λαθ- του ρήματος λανθάνω (: μου διαφεύγει της προσοχής)


λαζαρέτο

λαζαρέτο venezianisch lazareto mittellateinisch Lazarus[1] Koine-Griechisch Λάζαρος hebräisch אלעזר (=ο θεός βοηθός) אל (θεός) + עזר (βοηθός)


λαζάνια

λαζάνια italienisch lasagna lateinisch lasanum (κατσαρόλα) altgriechisch λάσανον (στήριγμα κατσαρόλας)


λαδωτήρι

λαδωτήρι Etymologie fehlt


λαδώνω

λαδώνω λάδι + -ώνω


λάδωμα

λάδωμα Etymologie fehlt


λαδόχαρτο

λαδόχαρτο λάδι + χαρτί


λαδοτύρι

λαδοτύρι λάδι + τυρί


λαδορίγανη

λαδορίγανη λαδο- + ρίγανη


λαδόπανο

λαδόπανο Etymologie fehlt


λαδόξιδο

λαδόξιδο λάδι + ξίδι


λαδομπογιατίζω

λαδομπογιατίζω λάδι + -ο- + μπογιατίζω ( μπογιά türkisch boya)


λαδομπογιά

λαδομπογιά λάδι + -ο- + μπογιά ( türkisch boya)


λαδολέμονο

λαδολέμονο λάδι + λεμόνι


λαδίλα

λαδίλα λάδι


λαδικό

λαδικό Etymologie fehlt


λαδιά

λαδιά λάδι


λάδι

λάδι (ἐ)λάδιν ἐλάδιον, υποκοριστικό des altgriechischen ἐλάα αρχαίο ἐλαία


λαδερός

λαδερός λαδ- ( λάδι) + -ερός


λαδέμπορος

λαδέμπορος λαδ- + -έμπορος


λαδάς

λαδάς λάδι + -άς


λαδάδικο

λαδάδικο λαδάς + -άδικο


λαγώχειλος

λαγώχειλος Koine-Griechisch λαγώχειλος λαγῶς ή λαγώς + χεῖλος


λαγώχειλο

λαγώχειλο Maskulinum von λαγώχειλος


λαγωχειλία

λαγωχειλία altgriechisch λαγώς ή λαγῶς + χεῖλος + -ία


λαγωνικό

λαγωνικό mittelgriechisch λαγωνικός Koine-Griechisch λακωνικός κύων (με παρετυμολόγηση από τη λέξη λαγός)


λαγχάνω

λαγχάνω indoeuropäisch (Wurzel) *lak


λαγούτο

λαγούτο λαούτο με ανάπτυξη μεσοφωνηεντικού [ɣ]


λαγούμι

λαγούμι türkisch lağım arabisch لغم (laḡam: ορυχείο, λαγούμι) Koine-Griechisch λαχαίνω (σκάβω) altgriechisch λαγχάνω (αντιδάνειο)


λαγουδέρα

λαγουδέρα λαγούδι + -έρα mittelgriechisch λαγούδιν / λαγούδιον λαγός


λαγός

λαγός altgriechisch λαγώς indoeuropäisch (Wurzel) *sleh₁g- (δειλός, αδύναμος). Συγγενές με τα (λατινικά) laxus, (σανσκριτικά) लङ्ग (laṅga, αδύνατος), (πρωτογερμανικά) *lakana-


λαγοπόδαρο

λαγοπόδαρο λαγός + ποδάρι


λαγόνα

λαγόνα Etymologie fehlt


λαγοκοιμάμαι

λαγοκοιμάμαι λαγός + κοιμάμαι


λαγνεία

λαγνεία altgriechisch λαγνεία λαγνεύω


λαγκαδιά

λαγκαδιά Etymologie fehlt


λαγκάδι

λαγκάδι mittelgriechisch λαγκάδι(ν), υποκοριστικό του λάκκος


λαγιαρνί

λαγιαρνί λάγιος + αρνί


λαγήνι

λαγήνι mittelgriechisch λαγήνα lateinisch lagena / lagaena / lagoena / lagona altgriechisch λάγυνος (αντιδάνειο)


λαγάνα

λαγάνα altgriechisch λάγανον λαγαίω (αφήνω, χαλαρώνω) indoeuropäisch (Wurzel) *(s)leg- (μαλακός, χαλαρός)


λαβώνω

λαβώνω μεσαιωνικό ρήμα που γραφόταν και λαβώννω αρχαίο ελληνικό λωβάομαι (ακρωτηριάζω) von λώβη (αρχ. σήμαινε αναπηρία, όλεθρος)


λαβωματιά

λαβωματιά mittelgriechisch λαβωματία λάβωμα (Genitiv λαβώματ-ος) + -ία λαβώνω αρχ. ελλ. λωβάομαι λώβη


λαβύρινθος

λαβύρινθος altgriechisch λαβύρινθος, αβέβαιης ετυμολογίας· πιθανή σχέση με το λάβρυς


λαβράκι

λαβράκι Koine-Griechisch λαβράκιον altgriechisch λάβραξ


λάβρα

λάβρα mittelgriechisch λάβρα altgriechisch λάβρος


λαβούτο

λαβούτο Etymologie fehlt


λαβίδα

λαβίδα altgriechisch λαβίς λαβή + -ίς


λαβή

λαβή altgriechisch λαβή λαμβάνω


λαβείν

λαβείν altgriechisch λαβεῖν, απαρέμφατο αορίστου β΄ (ἔλαβον) του ρήματος λαμβάνω


λάβαρο

λάβαρο Koine-Griechisch λάβαρον lateinisch labarum[1][2] ( ίσως laureum[2] laureus laurus)


λάβα

λάβα italienisch lava


λα

λα la


κώφωση

κώφωση Etymologie fehlt


κωφότητα

κωφότητα Etymologie fehlt


κωφότης

κωφότης Etymologie fehlt


κωφεύω

κωφεύω Etymologie fehlt


κωσταντινάτο

κωσταντινάτο mittelgriechisch *κωνσταντινάτον (βλ ἁγιοκωνσταντινάτον) Koine-Griechisch Κωνσταντῖνος lateinisch Constantinus constans consto con + sto proto-italienisch *staēō proto-indogermanisch *sth₂éh₁yeti *steh₂- (ἵστημι)


κωπηλατώ

κωπηλατώ altgriechisch κωπηλατέω κώπη + ἐλαύνω


κωπηλάτης

κωπηλάτης κώπη + ελαύνω


κωπηλασία

κωπηλασία (λόγιο) altgriechisch κωπηλασία[1]


κώπη


κώνωψ

κώνωψ altgriechisch κώνωψ


κώνωπας

κώνωπας altgriechisch κώνωψ


κώνος

κώνος (Lehnübersetzung) französisch cône ή englisch cone altgriechisch κῶνος (κουκουνάρα)


κωνίο

κωνίο Koine-Griechisch κωνίον altgriechisch κῶνος ((Lehnübersetzung) englisch cone)


κώνειο

κώνειο Etymologie fehlt


κωμωδιογράφος

κωμωδιογράφος Etymologie fehlt


κωμωδία

κωμωδία altgriechisch κωμῳδία κῶμος + ᾠδή


κωμόπολη

κωμόπολη κώμη + πόλη


κωμικότητα

κωμικότητα Etymologie fehlt


κωμικός

κωμικός altgriechisch κωμικός κῶμος + -ικός (2:(Lehnbedeutung) (γαλλικά) comique)


κώμη

κώμη Etymologie fehlt


κωμειδύλλιο

κωμειδύλλιο κωμ(ωδία) + ειδύλλιον, (Lehnübersetzung) französisch comé die-vaudeville[1]


κώμα

κώμα Etymologie fehlt


κωλώνω

κωλώνω κώλος + -νω


κωλύω

κωλύω altgriechisch κωλύω


κωλυσιεργώ

κωλυσιεργώ αοριστικό θέμα κωλυσ- του κωλύω + έργο


κωλυσιεργία

κωλυσιεργία κωλύω + έργο


κώλυμα

κώλυμα altgriechisch


κωλόχαρτο

κωλόχαρτο κωλό- + χαρτ(ί) + -ο


κωλοχανείο

κωλοχανείο κωλο- + -χανείο (χάνι)


κωλοφωτιά

κωλοφωτιά κώλος + φωτιά


κωλοφυλλάδα

κωλοφυλλάδα κωλο- + φυλλάδα


κωλοφαρδία

κωλοφαρδία κωλόφαρδ(ος) + -ία κωλο- + φαρδ(ύς) + -ία


κωλότσεπη

κωλότσεπη κωλό- + τσέπη


κωλοτρυπίδα

κωλοτρυπίδα κωλο- + *τρυπίδα (μικρή τρύπα)


κωλοτούμπα

κωλοτούμπα κωλο- + τούμπα


κωλοσφούγγι

κωλοσφούγγι κωλο- + σφουγγ(ίζω) + -ι


κώλος

κώλος mittelgriechisch κῶλος Koine-Griechisch κῶλος (πρωκτός) altgriechisch κῶλον (μέρος, τμήμα σώματος). Εναλλαγή κωλ-, κολ- (κόλον (τμήμα του παχέως εντέρου) πιθανόν με την επίδραση της lateinischς cūlus (πρωκτός)[1][2]


κωλόπανο

κωλόπανο mittelgriechisch κωλόπανον. Συγχρονικά ανλύεται σε κωλό- + παν(ί) + -ο


κωλόπαιδο

κωλόπαιδο κωλό- + παιδ(ί) + -ο


κώλον

κώλον altgriechisch κῶλον


κωλομέρι

κωλομέρι κωλο- + μερί. siehe auch mittelgriechisch κωλόμερο


κωλοδάχτυλο

κωλοδάχτυλο κωλο- + δάχτυλο


κωλογλείφτης

κωλογλείφτης κωλο- ( κώλος) + γλείφτης


κωλοβαράω

κωλοβαράω κωλο- + βαράω



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback