Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



μεγαμπάιτ

μεγαμπάιτ απροσάρμοστο δάνειο von englisch megabyte. Αναλύεται σε μεγα- + μπάιτ


μεγάλως

μεγάλως altgriechisch


μεγαλώνω

μεγαλώνω μεγάλος + -ώνω


μεγάλωμα

μεγάλωμα μεγαλώνω


μεγαλύνω

μεγαλύνω mittelgriechisch μεγαλύνω (παρόμοια σημασία) altgriechisch μεγαλύνω μέγας + -ύνω


μεγαλυνάριο

μεγαλυνάριο mittelgriechisch μεγαλυνάριον μεγαλύνω + -άριον altgriechisch μεγαλύνω μέγας


μεγαλόψυχος

μεγαλόψυχος altgriechisch μεγαλόψυχος μέγας + ψυχή


μεγαλοψυχία

μεγαλοψυχία altgriechisch μεγαλοψυχία μεγαλόψυχος μέγας + ψυχή


μεγαλόφωνος

μεγαλόφωνος altgriechisch μεγάλος + φωνή


μεγαλοφυΐα

μεγαλοφυΐα Koine-Griechisch μεγαλοφυΐα μεγαλοφυής + -ία


μεγαλόφρονος


μεγαλουσιάνος

μεγαλουσιάνος Etymologie fehlt


μεγαλουργώ

μεγαλουργώ Koine-Griechisch μεγαλουργῶ


μεγαλούπολη

μεγαλούπολη μεγάλος + -ούπολη


μεγαλότητα

μεγαλότητα Etymologie fehlt


μεγαλόσχημος

μεγαλόσχημος altgriechisch μεγαλόσχημος μέγας + σχῆμα


μεγαλοσύνη

μεγαλοσύνη Etymologie fehlt


μεγαλόστομος

μεγαλόστομος altgriechisch μεγαλόστομος μέγας + στόμα ((Lehnübersetzung) englisch bigmouthed)


μεγαλοστομία

μεγαλοστομία μεγαλόστομος + -ία altgriechisch μεγαλόστομος μέγας + στόμα ((Lehnübersetzung) englisch bigmouthed)


μεγάλος

μεγάλος altgriechisch μέγας


μεγαλορρημοσύνη

μεγαλορρημοσύνη Koine-Griechisch μεγαλορρημοσύνη μεγαλορρήμων


μεγαλοπρέπεια

μεγαλοπρέπεια altgriechisch μεγαλοπρέπεια μεγαλοπρεπής μεγάλος + πρέπω


μεγαλοπραγμοσύνη

μεγαλοπραγμοσύνη Etymologie fehlt


μεγαλοποιώ

μεγαλοποιώ μεγάλος + -ποιώ


μεγαλομάρτυρας

μεγαλομάρτυρας μεγαλομάρτυς μέγας + μάρτυς


μεγαλομανία

μεγαλομανία μεγαλομανής


μεγαλοκτηματίας

μεγαλοκτηματίας μεγάλος + κτηματίας


μεγαλοκοπέλα

μεγαλοκοπέλα μεγαλο- + κοπέλα


μεγαλόκερος

μεγαλόκερος Etymologie fehlt


μεγαλοκαρχαρίας

μεγαλοκαρχαρίας μεγάλος + καρχαρίας französisch requin


μεγαλοεπιχειρηματίας

μεγαλοεπιχειρηματίας μεγάλος + επιχειρηματίας


μεγαλοδύναμος

μεγαλοδύναμος λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής μέγας + δύναμις


μεγαλοδικηγόρος

μεγαλοδικηγόρος μεγαλο- + δικηγόρος


μεγαλογράμματος

μεγαλογράμματος μεγάλος + γράμμα


μεγαλογιατρός

μεγαλογιατρός μεγάλος + γιατρός


μεγαλέμπορος

μεγαλέμπορος Koine-Griechisch λέξη von μεγάλ(ος) και ἔμπορος


μεγαλειότης


μεγαλείο

μεγαλείο substantiviertes Neutrum des Adjektivs: μεγαλείος (mittelgriechisch)


μεγαλεία


μεγάλαυχος

μεγάλαυχος altgriechisch μεγάλαυχος


μεγάλα


μεγάκυκλος

μεγάκυκλος μεγά- (von mega-) + κύκλος


μεγαθυμία

μεγαθυμία altgriechisch μεγαθυμία μέγας + θυμός


μεγαθήριο

μεγαθήριο μέγας + θηρίο


μεγαβάτ

μεγαβάτ MW (megawatt)


μεν

μεν Etymologie fehlt


μάχομαι

μάχομαι (λόγιο) altgriechisch μάχομαι[1]


μαχμουρλής

μαχμουρλής türkisch mahmurlu arabisch مخمور (mahmūr, μεθυσμένος)


μάχιμος

μάχιμος altgriechisch μάχιμος μάχη + -ιμος ( -μος*)


μαχητικότητα

μαχητικότητα Etymologie fehlt


μαχητής

μαχητής altgriechisch μαχητής


μάχη

μάχη altgriechisch μάχη


μαχαραγιάς

μαχαραγιάς französisch maharajah χίντι महाराजा (mahārājā) sanskritisch महाराज (mahārāja: μεγάλος βασιλιάς) महा ‎(mahā: μεγάλος) + राजन् (rājan: βασιλιάς)


μαχαλάς

μαχαλάς türkisch mahalle arabisch محل (mahalla)


μαχαιρώνω

μαχαιρώνω μαχαίρι + -ώνω


μαχαίρωμα

μαχαίρωμα μαχαιρώνω + -μα


μαχαιροπίρουνο

μαχαιροπίρουνο μαχαίρ(ι) + -ο- + πιρούνι + -ο


μαχαιροβγάλτης

μαχαιροβγάλτης μαχαίρι + -βγάλτης (βγάζω)


μαχαιριά

μαχαιριά mittelgriechisch μαχαιρία


μαχαίρι

μαχαίρι altgriechisch μαχαίριον, υποκοριστικό του μάχαιρα


μάχαιρα

μάχαιρα altgriechisch


μαφία

μαφία englisch Mafia σικελική mafia arabisch


μαυροσκούφης

μαυροσκούφης μαυρο- + σκούφ(ος) + -ης mittelgriechisch σκούφια / σκουφία italienisch scuffia cuffia lateinisch cofia / cofea / cuffa / cuphia (κράνος, κουκούλα) φραγκικά *kuf(f)ja ‎(κόμμωση) πρωτογερμανικά *kupjō ‎(κουκούλα, σκούφος) (επειδή φοράνε μαύρο μπερέ)


μαυροπούλι

μαυροπούλι μαύρος + -ο- + πουλί


μαυροπίνακας

μαυροπίνακας μαυρο- + πίνακας (Lehnübersetzung) französisch tableau noir Wort verwendet ab 1838[1]


μαυρομάνικος

μαυρομάνικος mittelgriechisch μαυρομάνικος (μαχαίρι με μαύρη λαβή)[1]. Συγχρονικά αναλύεται σε μαυρο- + μανίκ(ι) + -ος


μαύρισμα

μαύρισμα μαυρίζω


μαυρίλα

μαυρίλα Etymologie fehlt


μαυρίζω

μαυρίζω


μαυριδερός

μαυριδερός Etymologie fehlt


μαυράδι

μαυράδι mittelgriechisch μαυράδι μαύρος + -άδι


μαυραγορίτης

μαυραγορίτης (μαύρη αγορά) μαυρ- + αγορ(ά) + -ίτης,


ματώνω

ματώνω αιματώνω αἱματόω


ματσουκιά

ματσουκιά ματσούκα και ματσούκι


ματσούκι

ματσούκι Etymologie fehlt


ματσούκα

ματσούκα mittelgriechisch ματσούκιον βυζαντινός τύπος ματζούκα μάλλον lateinisch mazzoca


ματσόλα

ματσόλα italienisch mazzola, υποκοριστικό του mazza δημώδης lateinisch *ma(t)tea lateinisch mateola proto-indogermanisch *matn- / *mat- (τσάπα, υνί)


μάτσο

μάτσο venezianisch mazzo


ματσαράγκα

ματσαράγκα italienisch mazzaranga mazza δημώδης lateinisch *mat(t)ea lateinisch mateola


ματσάκι

1-3: ματσάκι μάτσ(ο) + υποκοριστικό επίθημα -άκι ιταλικά mazzo


μάτσα

μάτσα Etymologie fehlt


ματς

ματς englisch match μέση englisch macche αγγλοσαξονικά mæcca ġemæcca (σύντροφος, συμβία)


ματρόνα

ματρόνα Etymologie fehlt


ματόχαντρο

ματόχαντρο: σύνθετη λέξη μάτι + χάντρα


ματόφυλλο

ματόφυλλο Koine-Griechisch ὀμματόφυλλον ὄμμα + φῦλλον


ματοτσίνορο

ματοτσίνορο μάτι + -ο- + τσινούρι mittelgriechisch τσινάριν altgriechisch κύναρος (αγκάθι - κυνάρα, κινάρα· πβ. αγκινάρα)


ματόκλαδο

ματόκλαδο mittelgriechisch ματόκλαδο / ομματόκλαδον όμμα + Koine-Griechisch κυλάδες / κύλα (το κάτω von μάτι τμήμα· με παρετυμολογία από τη λέξη κλαδί)


ματογυάλια

ματογυάλια ομματοϋάλια όμμα + -ο- + γυαλιά, (Lehnübersetzung) englisch eyeglasses


μάτισμα

μάτισμα ματίζω ἁμματίζω


ματικάπι

ματικάπι türkisch matkap arabisch مثقب (mathqab, τρυπάνι)


ματίζω

ματίζω altgriechisch ἁμματίζω ἅμμα


μάτιασμα

μάτιασμα ματιάζω + -μα


ματιάζω

ματιάζω μάτι


ματιά

ματιά μάτι


μάτι

μάτι mittelgriechisch μάτι / μάτιν ὀμμάτιν altgriechisch ὀμμάτιον, υποκοριστικό του ὄμμα (μάτι) *ὄπ-μα indoeuropäisch (Wurzel) *op- / *okʷ-


μάτην

μάτην altgriechisch μάτην μάτη (ανοησία, ατέλεια)


ματζίρης

ματζίρης türkisch muhacir arabisch مُهَاجِر (muhājir, μετανάστης). Άλλη ετυμολογία hebräisch mamzir (νόθος). das Wort μαμζίρης, von εβραϊκό mamzir, που ήταν βρισιά στους Εβραίους, συναντάται σε ελληνικά κείμενα της ύστερης αρχαιότητας, υποδηλώνοντας υποτιμητικά τον Εβραίο.


ματεριαλισμός

ματεριαλισμός απόδοση της französisch λέξης matérialism lateinisch materia (το υλικό, η ουσία)


ματάκιας

ματάκιας von έκφραση παίρνω μάτι (παρακολουθώ κάτι/κάποιους κρυφά)


ματαίωση

ματαίωση ματαιώνω + -ση altgriechisch ματαιόω / ματαιῶ μάταιος μάτη



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback