Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



μικροτεχνία

μικροτεχνία Etymologie fehlt


μικρόσχημος

μικρόσχημος Etymologie fehlt


μικροσυμπλοκή

μικροσυμπλοκή Etymologie fehlt


μικροσκόπιο

μικροσκόπιο (entlehnt aus) französisch microscope μικρός + σκοπέω


μικροπωλητής

μικροπωλητής μικρο- + πωλητής


μικροπρόσωπος

μικροπρόσωπος Etymologie fehlt


μικροπρεπής

μικροπρεπής Etymologie fehlt


μικροπρέπεια

μικροπρέπεια Etymologie fehlt


μικροπράγματα

μικροπράγματα Etymologie fehlt


μικροπολιτική

μικροπολιτική Etymologie fehlt


μικροοργανισμός

μικροοργανισμός μικρόν + οργανισμός


μικρόν

μικρόν μικρό / französisch micron


μικρολογία

μικρολογία altgriechisch μικρολογία μικρολογέομαι μικρολόγος μικρός + λέγω


μικροκύματα

μικροκύματα (Lehnübersetzung) englisch microwave


μικρόκοσμος

μικρόκοσμος spätgriechisch μικρόκοσμος μικρός + κόσμος


μικροκομματισμός

μικροκομματισμός Etymologie fehlt


μικροκέφαλος

μικροκέφαλος Etymologie fehlt


μικροκαλλιεργητής

μικροκαλλιεργητής Etymologie fehlt


μικροζημιά

μικροζημιά Etymologie fehlt


μικροέξοδο

μικροέξοδο Etymologie fehlt


μικροδείχνω

μικροδείχνω μικρός + δείχνω


μικρογραφία

μικρογραφία Etymologie fehlt


μικρογραμμάριο

μικρογραμμάριο Etymologie fehlt


μικροβόλτ

μικροβόλτ Etymologie fehlt


μικροβιολόγος

μικροβιολόγος (entlehnt aus) französisch microbiologiste microbio + -logiste μικρο- + βιο- + -λόγος


μικροβιολογία

μικροβιολογία (entlehnt aus) französisch microbiologie microbe + -logie altgriechisch μικρός + βίος + λέγω


μικρόβιο

μικρόβιο (entlehnt aus) französisch microbe altgriechisch μικρός + βίος


μικρό

μικρό substantiviertes Neutrum des Adjektivs: μικρός


μικρέμπορος

μικρέμπορος Etymologie fehlt


μικράτα

μικράτα Etymologie fehlt


μικρανεψιός

μικρανεψιός μικρός + -ο- + ανεψιός


μικραίνω

μικραίνω μικρός


μικρά


μικάδος

μικάδος Etymologie fehlt


μίζερος

μίζερος italienisch misero + -ος lateinisch miser


μίζα

μίζα französisch mise mettre


μιγάς

Εναλλακτικές μορφές μιγάδας


μίασμα

μίασμα altgriechisch μίασμα μιαίνω


μιαρός

μιαρός altgriechisch μιαρός


μιαίνω

μιαίνω Etymologie fehlt


μία

μία altgriechisch μία


μι


μηχανουργός

μηχανουργός μηχανή + -ουργός ( ἔργον)


μηχανουργία

μηχανουργία μηχαν(η) + -ουργία


μηχανουργείο

μηχανουργείο μηχαν(ο) + Katharevousa -ουργεῖον


μηχανότρατα

μηχανότρατα Etymologie fehlt


μηχανοτεχνίτης

μηχανοτεχνίτης μηχανή + τεχνίτης


μηχανοστάσιο

μηχανοστάσιο μηχανή + -στάσιο


μηχανορραφώ

μηχανορραφώ altgriechisch μηχανορραφέω / μηχανορραφῶ


μηχανορράφος

μηχανορράφος altgriechisch μηχανορράφος μηχανο- + ῥάπτω


μηχανορραφία

μηχανορραφία mittelgriechisch μηχανορραφία Koine-Griechisch μηχανορράφος altgriechisch μηχανή ( μῆχος) + ῥάπτω


μηχανοργάνωση

μηχανοργάνωση Etymologie fehlt


μηχανοποίηση

μηχανοποίηση μηχανή + -ο- + -ποίηση ((Lehnübersetzung) (γαλλικά) mécanisation)


μηχανολόγος

μηχανολόγος απόδοση για την englisch mechanical engineer,[1] μηχανο- + -λόγος


μηχανολογία

μηχανολογία μηχανή + -λογία (> λέγω)


μηχανοκρατία

μηχανοκρατία Etymologie fehlt


μηχανοθεραπεία

μηχανοθεραπεία μηχανή + -θεραπεία • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;


μηχανοδηγός

μηχανοδηγός Etymologie fehlt


μηχανογραφώ

μηχανογραφώ Etymologie fehlt


μηχανογράφηση

μηχανογράφηση Etymologie fehlt


μηχανισμός

μηχανισμός μηχανή + -ισμός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;


μηχανικός

μηχανικός (ουσιαστικό) μηχανή


μηχανική

μηχανική altgriechisch μηχανικός


μηχάνημα

μηχάνημα altgriechisch μηχάνημα μηχανάω / μηχανῶ μηχανή


μηχανή

μηχανή altgriechisch μηχανή


μηχανεύομαι

μηχανεύομαι altgriechisch μηχανή


μηχάνευμα

μηχάνευμα Etymologie fehlt


μηχανέλαιο

μηχανέλαιο μηχανή + έλαιο


μητρώος

μητρώος Etymologie fehlt


μητρώο

μητρώο altgriechisch Μητρῷον[1], Maskulinum von Μητρῷος μήτηρ proto-griechisch *mā́tēr proto-indogermanisch *méh₂tēr (μητέρα) ((Lehnbedeutung) französisch matricule)


μητρώνυμο

μητρώνυμο μήτηρ + -ο- + -ώνυμο ( altgriechisch ὄνυμα / ὄνομα)


μητρωνυμία

μητρωνυμία μητρώνυμο + -ία


μητρυιά

μητρυιά altgriechisch μητρυιά


μητρότητα

μητρότητα mittelgriechisch μητρότης μήτηρ


μητροσκόπιο

μητροσκόπιο μήτρα + -σκόπιο ( altgriechisch σκοπέω, εξετάζω)


μητροσκόπηση

μητροσκόπηση Etymologie fehlt


μητρορραγία

μητρορραγία μήτρα + ρήγνυμι (θέμα -ραγ-)


μητροπολιτικός

μητροπολιτικός Etymologie fehlt


μητροπολίτης

μητροπολίτης Koine-Griechisch μητροπολίτης


μητρόπολις


μητρόπολη

μητρόπολη Etymologie fehlt


μητρομανία

μητρομανία μήτρα + μανία


μητροκτόνος

μητροκτόνος altgriechisch μητροκτόνος μητρο- ( μήτηρ) + -κτόνος (κτείνω)


μητροκτονία

μητροκτονία μητροκτόνος μητρο- ( μήτηρ, Genitiv μητρός) + -κτόνος / -κτονία ( κτείνω)


μητρικός

μητρικός altgriechisch μητρικός μήτηρ


μητριαρχία

μητριαρχία μήτηρ + -ι- + -αρχία ((Lehnübersetzung) französisch matriarcat)


μητριά

μητριά altgriechisch μητρυιά


μήτρα

μήτρα αρχαίο ελληνικό μήτρα μήτηρ


μήτηρ

μήτηρ proto-griechisch *mā́tēr proto-indogermanisch *méh₂tēr (μητέρα)


μητέρα

μητέρα altgriechisch μήτηρ (μέσω της αιτιατικής τὴν μητέρα) proto-griechisch *mā́tēr proto-indogermanisch *méh₂tēr (μητέρα)


μήτε

μήτε altgriechisch μήτε


μηρυκασμός

μηρυκασμός Etymologie fehlt


μηρυκάζω

μηρυκάζω altgriechisch μηρυκάζω


μηρός

μηρός altgriechisch μηρός


μήπως

μήπως altgriechisch μήπως μή πως


μηνώ

μηνώ Etymologie fehlt


μηνύω

μηνύω altgriechisch μηνύω


μηνυτής

μηνυτής Etymologie fehlt


μήνυση

μήνυση altgriechisch μήνυμα μηνύω


μήνυμα

μήνυμα altgriechisch μήνυμα



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback