{η}  μητέρα Subst.  [mitera, mhtera]

{die}    Subst.
(29400)

Etymologie zu μητέρα

μητέρα altgriechisch μήτηρ (μέσω της αιτιατικής τὴν μητέρα) proto-griechisch *mā́tēr proto-indogermanisch *méh₂tēr (μητέρα)


GriechischDeutsch
Θανάτωση νεογνού από τη μητέρα του/της εκ προθέσεωςVorsätzliche Tötung eines Neugeborenen durch seine Mutter

Übersetzung bestätigt

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι είναι προτιμότερο οι ουσίες να ταξινομούνται ειδικά ως προς μια δυσμενή επίπτωση στη γαλουχία, ώστε να μπορεί να προβλεφθεί προειδοποίηση για τον κίνδυνο της εν λόγω επίπτωσης στις γαλουχούσες μητέρες.Grund dafür ist, dass man in der Lage sein wollte, Stoffe aufgrund der Beeinträchtigung der Laktation separat einzustufen, so dass man stillende Mütter mit einem besonderen Hinweis vor dieser Wirkung warnen kann.

Übersetzung bestätigt

Εκτρέφονται από τη μητέρα τους και λαμβάνουν, επιπλέον του μητρικού γάλακτος συμπληρωματική διατροφή με βάση σιτηρά, η οποία τους χορηγείται ελεύθερα από την ημέρα της γέννησης.Sie werden von der Mutter aufgezogen und erhalten zusätzlich zur Muttermilch ein Ergänzungsfutter auf der Grundlage von Getreide, zu dem sie ab der Geburt freien Zugang haben.

Übersetzung bestätigt

Γενετική μητέρα:Genetische Mutter:

Übersetzung bestätigt

Άνευ αντικειμένου (δεν ανήκει σε ιδιωτικό νοικοκυριό ή η μητέρα δεν ανήκει σε αυτό το ιδιωτικό νοικοκυριό)Entfällt (Person gehört keinem privaten Haushalt an, oder die Mutter gehört diesem privaten Haushalt nicht an)

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
μαμά, μαμάκα
μάνα, μανίτσα
μανούλα, μανουλίτσα
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter



Griechische Definition zu μητέρα

μητέρα η [mitéra] : 1α. η γυναίκα σε σχέση με τα παιδιά που αυτή έχει γεννήσει ή υιοθετήσει· μάνα: Είναι ορφανός από μητέρα. Γιορτή της μητέρας. Φρόντισε για τα παιδιά του άντρα της σαν αληθινή μητέρα, τα περιποιήθηκε πολύ. Mητέρα του Θεού, η Παναγία. || ως προσφώνηση για την πεθερά. β. το θηλυκό ζώο σε σχέση με τα μικρά που αυτό έχει γεννήσει: Γατάκια που περιμένουν τη μητέρα τους για να θηλάσουν. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback