Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



νοικιάζω

νοικιάζω ενοικιάζω με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος


νοίκι

νοίκι ενοίκιο


νοικάρης

νοικάρης νοίκι + -άρης


νοιάζομαι

νοιάζομαι mittelgriechisch εννοιάζομαι altgriechisch ἔννοια + -άζομαι ἐν + νόος / νοῦς


νοιάζει

νοιάζει ενεργητική φωνή του ρήματος νοιάζομαι (απαντά μόνο στο γ' πρόσωπο ενικού και πληθυντικού)


νόθος

νόθος altgriechisch νόθος


νοθεύω

νοθεύω spätgriechisch νοθεύω


νοθευτής

νοθευτής νοθεύ(ω) + -τής. Διαφορετικό το ελληνιστικό νοθευτής (που αμφισβητεί τη γνησιότητα, που διαφθείρει)[1]


νόθευση

νόθευση νόθευσις


νοθεία

νοθεία spätgriechisch νοθεία


νοητός

νοητός altgriechisch νοητός νοέω


νοησιοκρατία

νοησιοκρατία νόησι(ς) + -κρατία απόδοση της französisch intellectualisme


νοησιαρχία

νοησιαρχία νόηση + -αρχία ((Lehnübersetzung) französisch intellectualisme)


νόηση

νόηση altgriechisch νόησις νοέω / νοῶ νόος / νοῦς


νοημοσύνη

νοημοσύνη νοήμων + -οσύνη altgriechisch νοήμων νοέω / νοῶ νόος / νοῦς


νοήμονας

νοήμονας altgriechisch νοήμων


νοηματοδοτώ

νοηματοδοτώ απο τη Genitiv της λέξης νόημα (νοήματος) + -δοτώ (κατά το χρηματοδοτώ)


νοηματοδότηση

νοηματοδότηση νοηματοδοτώ


νόημα

νόημα altgriechisch νόημα


νοερώς

νοερώς Etymologie fehlt


νοερός

νοερός Etymologie fehlt


νοδάρος

νοδάρος Etymologie fehlt


νογώ

νογώ Προέρχεται von αρχ.ελλ. λέξη νοῶ με ανάπτ.μεσοφ.[γ]προς αποφυγή της χασμωδίας.


νογάω

νογάω Etymologie fehlt


νοβοκαΐνη

νοβοκαΐνη Etymologie fehlt


Νιώτης

Νιώτης Νι(ο) ή Νι(ος) + -ώτης


νιώθω

νιώθω mittelgriechisch νιώθω altgriechisch γιγνώσκω


νίψιμο

νίψιμο mittelgriechisch νίψιμον


νιχιλισμός

νιχιλισμός [λόγ. γαλλ. nihilisme nihilismus lateinisch nihil (μηδέν) + ορθογρ. δαν. (-isme = -ισμός)


νιφάδα

νιφάδα altgriechisch νιφάς


νιτρογλυκερίνη

νιτρογλυκερίνη νίτρο + γλυκερίνη


νίτρο

νίτρο altgriechisch νίτρον


νισεστές

νισεστές türkisch nişasta + -ς με τροπή [a] > [e][1] persisch نشاسته (nişāsta, άμυλο)


νισάφι

νισάφι türkisch insaf (μετριοπάθεια) + -ι με αντιμετάθεση [in] > [ni][1] arabisch إنصاف insāf


νίπτω

νίπτω altgriechisch νίπτω νίζω


νιπτήρας

νιπτήρας altgriechisch νιπτήρ νίπτω


νιπτήρ

νιπτήρ νίπτω


νιότη

νιότη mittelgriechisch νιότη altgriechisch νεότης


νιόνυφη

νιόνυφη Etymologie fehlt


νιονιό

νιονιό Etymologie fehlt


νιόγαμπρος

νιόγαμπρος Etymologie fehlt


νινίδα


νινί

νινί Koine-Griechisch νιννίον


νίλα

νίλα lateinisch nila, Mehrzahl von nilum nihilum ne- +‎ hilum (ασήμαντο, τιποτένιο)


νικώ

νικώ altgriechisch νικάω


νικοτινισμός

νικοτινισμός Etymologie fehlt


νικοτινίαση

νικοτινίαση Etymologie fehlt


νικοτίνη

νικοτίνη von όνομα του Γάλλου πρεσβευτή στη Λισαβώνα, Jean Nicot, που εισήγαγε το φυτό του καπνού στη Γαλλία, το 1560. Η νικοτίνη, καθώς και το φυτό Nicotiana, πήραν το όνομά τους από αυτόν.


νικήτρια

νικήτρια νικητής + -τρια


νικητής

νικητής altgriechisch νικητής νικάω / νικῶ + -τής


νικητήριος

νικητήριος Etymologie fehlt


νικέλωση

νικέλωση νικελώνω + -ση νίκελ deutsch Nickel Kupfernickel Kupfer + Nickel ( Nikolaus lateinisch Nicolaus altgriechisch Νικόλαος (αντιδάνειο) νίκη + λαός)


νικελώνω

νικελώνω νικέλ(ιο) + -ώνω


νικέλωμα

νικέλωμα Etymologie fehlt


νικέλιο

νικέλιο deutsch Nickel Kupfernickel Kupfer (χαλκός) + Nickel Nikolaus (Άγιος Νικόλαος)


νίκελ

νίκελ deutsch Nickel Kupfernickel Kupfer + Nickel ( Nikolaus lateinisch Nicolaus altgriechisch Νικόλαος (αντιδάνειο) νίκη + λαός)


νίβω

νίβω νίπτω


νιάτο

νιάτο ενικός τού νιάτα


νιάτα

νιάτα mittelgriechisch τα νεάτα τα νεότα altgriechisch νεότης


νιαουρίζω

νιαουρίζω νιάου + -ρίζω Onomatopoetikum


νιάου

νιάου Onomatopoetikum


νιάνιαρο

νιάνιαρο πιθανότατα venezianisch gnagnara (λέξη θηλυκού γένους που θεωρήθηκε πληθυντικός) που συνδυάστηκε με το νιανιά


νιανιά

νιανιά Etymologie fehlt


νιάμερα

νιάμερα Etymologie fehlt


νι

νι αρχαιοελληνικό νῦ


νηφαλιότητα

νηφαλιότητα Etymologie fehlt


νηστικός

νηστικός altgriechisch νηστικός


νηστεύω

νηστεύω altgriechisch νηστεύω


νηστεία

νηστεία altgriechisch νηστεία νηστεύω νη- + ἐσθίω


νήσσα

νήσσα εσωτερικό δάνειο von altgriechisch νῆσσα


νήσος

νήσος altgriechisch νῆσος


νησιωτόπουλο

νησιωτόπουλο νησιώτης + -πουλο ( -πουλος)


νησιωτοπούλα

νησιωτοπούλα νησιώτης + -πουλα ( -πουλος)


νησιώτης

νησιώτης altgriechisch νησιώτης[1] Συγχρονικά αναλύεται σε νήσ(ος), νησ(ί) + -ιώτης


νησίδα

νησίδα altgriechisch νησίς νῆσος (2.3 (Lehnbedeutung) französisch îlot)


νησί

νησί altgriechisch νῆσος


νηπιοκόμος

νηπιοκόμος νήπι(ο) + -ο- + -κόμος


νηπιοβαπτισμός

νηπιοβαπτισμός νήπιο + βαπτίζω


νήπιο

νήπιο altgriechisch νήπιον νήπιος νη- + ἔπος (άνευ και λόγια)


νηπιαγωγός

νηπιαγωγός νήπιο + αγωγή


νηπιαγωγείο

νηπιαγωγείο νηπιαγωγός Wort verwendet ab 1865


νηπενθές

νηπενθές französisch népènthes lateinisch nepenthes altgriechisch νηπενθής (αντιδάνειο) νη- + πένθος


νηοψία

νηοψία νηο- ( ναῦς) + ὄψις


νηοπομπή

νηοπομπή νηός, ποιητική Genitiv αντί του αττικού νεώς ( altgriechisch ναῦς = πλοίο) + πομπή


νηολόγιο

νηολόγιο λόγιο νηολόγιον νη(ός) + -ο- + -λόγιο


νηογνώμονας

νηογνώμονας ναῦς + γνώμων


νηνεμία

νηνεμία altgriechisch νηνεμία νη- + ἄνεμος


νηματουργός

νηματουργός Etymologie fehlt


νηματουργία

νηματουργία νήμα + -ουργία ( έργο)


νηματουργείο

νηματουργείο Etymologie fehlt


νημάτιο

νημάτιο Etymologie fehlt


νήμα

νήμα altgriechisch νῆμα νήθω


νη

νη Etymologie fehlt


νεωτεριστής

νεωτεριστής Etymologie fehlt


νεωτερισμός

νεωτερισμός altgriechisch νεωτερισμός (2. (Lehnbedeutung) französisch nouveauté)


νεωτερικός

νεωτερικός Koine-Griechisch νεωτερικός νέος


νεώσοικος

νεώσοικος (λόγιο) altgriechisch νεώσοικος[1] νεώς (Genitiv ενικού του ναῦς=πλοίο) + οἶκος


νεώριο

νεώριο altgriechisch νεώριον νεωρός ναῦς + οὖρος


νεωκόρος

νεωκόρος νεώς (ή ναός) + κόρος (ή κούρος)


νέφωση

νέφωση Etymologie fehlt



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback