Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.
Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.
Altgriechisch Mittelgriechisch Koine-Griechisch Katharevousa-Griechisch Lateinisch Spanisch Deutsch Türkisch Italienisch Norwegisch Arabisch Albanisch Sanskritisch Ägyptisch Persisch Japanischκακοθανατίζω Etymologie fehlt
κακοθελητής κακο- + • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
κακοκαιρία κακο- + καιρός + -ία
κακοκαρδίζω κακός + καρδιά + -ίζω
κακόκαρδος κακό- + καρδ(ιά) -ος
κακοκεφαλιά κακοκέφαλ(ος) -ιά
κακοκοιμάμαι κακός + κοιμάμαι
κακολογία altgriechisch κακολογία κακός + λέγω
κακολογιάζω mittelgriechisch κακολογιάζω
κακόλογος mittelgriechisch κακόλογος altgriechisch κακολόγος
κακολογώ altgriechisch κακολογέω / κακολογῶ κακός + λέγω
κακομαθαίνω Etymologie fehlt
κακομελετώ κακο- + μελετώ [1]
κακομεταχειρίζομαι κακο- + μεταχειρίζομαι ((Lehnübersetzung) französisch maltraiter[1])
κακομεταχείριση κακομεταχειρίζομαι + -ση
κακομιλώ mittelgriechisch *κακομιλῶ (δείτε κακομίλητος). Αναλύεται κακο- + μιλώ [1]
κακομοιρασμένος κακο- + μοιρασμένος
κακομοίρης mittelgriechisch κακομοίρης κακός + -ο- + μοῖρα + -ης
κακομοιριά κακο- + • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
ΔΦΑ : /ka.kɔ.miɾˈʝa.zɔ/
κακόμοιρος Koine-Griechisch κακόμοιρος κακός + μοίρα
κακοπαθαίνω altgriechisch κακοπαθέω / κακοπαθῶ κακός + πάσχω
κακοπάθεια altgriechisch κακοπάθεια κακοπαθέω κακός + πάσχω
κακοπαθημένος Passiv Perfekt von κακοπαθώ
κακοπαθώ altgriechisch κακοπαθέω / κακοπαθῶ κακός + πάσχω
κακόπαιδο κακό- + • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
κακοπαίρνω κακο- + παίρνω [1]
κακοπαντρεύω mittelgriechisch κακοπαντρεύω κακο- + παντρεύω
κακοπέραση κακοπερνώ + -ση
κακοπερνώ κακός + -ο- + περνώ
κακοπέφτω κακο- + πέφτω
κακοπιστία Koine-Griechisch κακοπιστία κακός + πίστη
κακόπιστος Koine-Griechisch κακόπιστος κακός + πίστη
κακοπλασία κακο- + • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
κακοπληρώνω κακο- + πληρώνω
κακοπληρωτής κακοπληρώ(νω) (κακο- + πληρώνω) + -τής
κακοποίηση Koine-Griechisch κακοποίησις altgriechisch κακοποιέω / κακοποιῶ κακός + ποιέω / ποιῶ
κακοποιός altgriechisch κακοποιός
κακοποιώ altgriechisch κακοποιέω / κακοποιῶ κακός + ποιέω / ποιῶ
κακοπραγία κακο- + • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
κακοριζικιά κακο- + • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
→ siehe: κακο-
κακοσημαδιά κακο- + • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
κακοσμία von κακός + οσμή
κακοστόμαχος κακο- + • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
κακόστομος κακο- + • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
κακοσύνη κακ(ός) + -οσύνη
κακοσυσταίνω κακο- + • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
κακοτεχνία κακο- + • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
κακότεχνος κακός + -τεχνος
κακότητα altgriechisch κακότητα
κακοτοπιά mittelgriechisch κακοτοπία altgriechisch κακός + τόπος
κακότροπος Etymologie fehlt
κακοτυχία Etymologie fehlt
κακοτυχίζω κακο- + τυχίζω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
κακότυχος mittelgriechisch κακότυχος altgriechisch κακοτυχής κακός + τύχη
κακούργημα altgriechisch κακούργημα κακουργέω κακοῦργος κακός + ἔργον
κακουργιοδίκης κακουργιοδικείο + -ης
κακούργος altgriechisch κακοῦργος κακός + ἔργον
κακουργώ Etymologie fehlt
κακουχία altgriechisch κακουχία
κακοφανισμός (κακοφανίζομαι) κακοφανισ- -μός / κακο- + • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
κακόφημος Koine-Griechisch κακόφημος altgriechisch κακός + φήμη
κακοφορμίζω κακο- + • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
κακόφωνος Etymologie fehlt
κακοχυμία κακο- + • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
κακοχωνεύω κακο- + χωνεύω
κακόψυχα κακόψυχος + -α
κακοψυχώ mittelgriechisch κακοψυχώ κακόψυχος
κάκτος neulateinisch cactus (ίδια σημασία) lateinisch cactus altgriechisch κάκτος (είδος αγκινάρας) (αντιδάνειο)
κακώς altgriechisch κακῶς κακός
κάκωση altgriechisch κάκωσις κακόω / κακῶ κακός indoeuropäisch (Wurzel) *kak- (κακός)
κάκωσις altgriechisch κάκωσις κακόω / κακῶ κακός indoeuropäisch (Wurzel) *kak- (κακός)
καλάγκαθο καλ- + αγκάθ(ι) + -ο
καλάθα Etymologie fehlt
καλάθι mittelgriechisch καλάθι Koine-Griechisch καλάθιον altgriechisch κάλαθος (πβ. λατινικά: clathratus)
καλαθιά καλάθι + -ιά
καλαθιάζω Etymologie fehlt
καλαθοπλεκτική κάλαθος + -ο- + πλεκτική
καλαθοποιία καλαθοποιός + -ία Koine-Griechisch καλαθοποιός altgriechisch κάλαθος + ποιέω
καλαθοποιός Koine-Griechisch καλαθοποιός altgriechisch κάλαθος + ποιέω
κάλαθος (λόγιο) altgriechisch κάλαθος
καλαθόσφαιρα Etymologie fehlt
καλαθοσφαίριση καλάθ(ι) + -ο- σφαί(α) + -ισις > -ιση
καλαθοσφαιριστής von καλαθόσφαιρα (καλάθι + σφαίρα) και την κατάληξη -ιστής
καλαθούνα καλάθι
καλάι türkisch kalay arabisch قلعى (kalai, κασσίτερος)
καλαισθησία καλαίσθητος +-σία καλός + αίσθησις
καλακούω καλ- + ακούω
καλαμαράς καλαμάρι (μελανοδοχείο), διαφορετικό von μεσαιωνικό καλαμαράς
καλαμάρι mittelgriechisch καλαμάρι / καλαμάριν / καλαμάριον lateinisch (theca) calamaria (θήκη καλάμων γραφής) Koine-Griechisch καλαμάριον altgriechisch κάλαμος indoeuropäisch (Wurzel) *ḱl̥h₂mos *ḱolh₂mos Το μαλάκιο ονομάστηκε έτσι χάρη στο σώμα του που μοιάζει με μελανοδοχείο welches περιέχει πένες από καλάμι
καλάμι mittelgriechisch καλάμι(ν) Koine-Griechisch καλάμιον altgriechisch κάλαμος proto-indogermanisch *ḱl̥h₂mos *ḱolh₂mos *ḱolh₂-m- / *ḱlh₂-em-[1] (καλάμι, άχυρο)
καλαμιά (1-3) Koine-Griechisch καλαμεία / καλαμία altgriechisch κάλαμος proto-indogermanisch *ḱl̥h₂mos *ḱolh₂mos
καλαμίδι Etymologie fehlt
καλαμίζω καλάμι + -ίζω
καλαμίθρα altgriechisch καλαμίνθη / καλάμινθος κάλαμος + μίνθα / μίνθη
καλαμιώνας καλαμιά + -ώνας (περιεκτικό)
καλαμοκάνης Etymologie fehlt
κάλαμος altgriechisch κάλαμος proto-indogermanisch *ḱl̥h₂mos *ḱolh₂mos *ḱolh₂-m- / *ḱlh₂-em-[1] (καλάμι, άχυρο)
καλαμπαλίκι türkisch kalabalık arabisch غلبة (galaba)
Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.
Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.
Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.
Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.