Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



τυμπανοκρουσία

τυμπανοκρουσία τυμπανο- ( τύμπανο) + -κρουσία ( κρούση + -ία)


τυπάς


τυπικάρης

τυπικάρης Etymologie fehlt


τυπικαριό

τυπικαριό Etymologie fehlt


τυπικό

τυπικό Etymologie fehlt


τυπικότητα

τυπικότητα Etymologie fehlt


τυπογραφείο

τυπογραφείο Etymologie fehlt


τυπογραφία

τυπογραφία neulateinisch typographia altgriechisch τύπος + γράφω


τυπογράφος

τυπογράφος Etymologie fehlt


τυπολάτρης

τυπολάτρης τύπος + -ο- + -λάτρης


τυπολατρία

τυπολατρία τυπολάτρης + -ία


τυπολογία

τυπολογία Etymologie fehlt


τυποποίηση

τυποποίηση τυποποιώ + -ση


τύπος

τύπος altgriechisch τύπος τύπτω indoeuropäisch (Wurzel) *(s)teu-p- (χτυπώ)


τύπτω

τύπτω altgriechisch τύπτω με σπάνια χρήση στα νέα ελληνικά


τυπωθήτω

τυπωθήτω, λόγιο γ' ενικό προστακτικής παθητικού αορίστου του ρήματος τυπόω/τυπώνω (να τυπωθεί)


τύπωμα

τύπωμα τυπώνω


τυπώνω

τυπώνω altgriechisch τυπῶ


τυπωτής

τυπωτής Etymologie fehlt


τυραννία

τυραννία altgriechisch τυραννία


τυραννίδα

τυραννίδα > altgriechisch τυραννίς > altgriechisch τυραννώ


τυράννισμα

τυράννισμα Etymologie fehlt


τυραννοκτόνος

τυραννοκτόνος (λόγιο) Koine-Griechisch τυραννοκτόνος. Συγχρονικά αναλύεται σε τύρανν(ος) + -ο- + -κτόνος (κτείνω σκοτώνω)


τύραννος

τύραννος altgriechisch τύραννος


τυραννώ

τυραννώ altgriechisch τύραννος


τυρβάζω

τυρβάζω altgriechisch τυρβάζω τύρβη


τύρβη

τύρβη (λόγιο) altgriechisch τύρβη


τυρέμπορος

τυρέμπορος Etymologie fehlt


τυρί

τυρί mittelgriechisch τυρίν Koine-Griechisch τυρίον (τυράκι) altgriechisch τυρός + υποκοριστικό επίθημα -ίον proto-griechisch *tūrós (Mykenisches Griechisch : ????????: tu-ro /tūrós/) proto-indogermanisch *tuh₂-ró-s *tewh₂- (φουσκώνω, διογκώνω)


τυριέρα

τυριέρα τυρί + -ιέρα


τυρίνη

τυρίνη Etymologie fehlt


τυρόγαλο

τυρόγαλο mittelgriechisch τυρόγαλον τυρί + γάλα


τυροκομείο

τυροκομείο Katharevousa τυροκομεῖον τυροκόμος + -εῖον


τυροκομία

τυροκομία Etymologie fehlt


τυροκόμος

τυροκόμος Etymologie fehlt


τυρόπιτα

τυρόπιτα τυρ(ί) + -ό- + πίτα


τυροπιτάδικο

τυροπιτάδικο τυρόπιτα + -άδικο


τυρός

τυρός altgriechisch τυρός


τύρφη

τύρφη englisch turf


τυφεκιοφόρος

τυφεκιοφόρος τυφέκιον + -φόρος ( φέρω)


τύφη

τύφη typha


τύφλα

τύφλα τυφλότητα


τυφλόμυγα

τυφλόμυγα τυφλός + -ο- + μύγα, (Lehnübersetzung) italienisch: mosca cieca


τυφλοπόντικας

τυφλοπόντικας → siehe: τυφλός και ποντικός


τυφλότητα

τυφλότητα Etymologie fehlt


τυφλώνω

τυφλώνω Etymologie fehlt


τύφλωση

τύφλωση τυφλός + -ωση


τύφος

τύφος altgriechisch τῦφος


τυφώνας

τυφώνας altgriechisch Τῡφῶν / Τῠφάων τῡ́φω indoeuropäisch (Wurzel) *dʰewh₂- (καπνίζω, βγάζω καπνό) ((Lehnbedeutung) englisch typhoon ( πορτογαλικά tufão αραβικά طُوفَان‏ (ṭūfān) κινέζικα (μανδαρίνικα) 大風/大风 (dàfēng: μεγάλος άνεμος)


τυχαίνω

έτυχε να συναντήσω έναν παλιό φίλο σήμερα


τυχεράκιας

τυχεράκιας τυχερός + -άκιας


τύχη

τύχη altgriechisch τύχη


τυχοδιώκτης

τυχοδιώκτης τύχη + διώκω


τυχοδιωκτισμός

τυχοδιωκτισμός τυχοδιώκτης + -ισμός


τυχόν

τυχόν Etymologie fehlt


τύψη

τύψη Koine-Griechisch τύψις τύπτω


ύαινα

ύαινα altgriechisch ὕαινα


υαλοβάμβακας

υαλοβάμβακας ύαλος + -ο- + βάμβακας ((Lehnübersetzung) englisch fibreglass)


υαλογράφημα

υαλογράφημα υαλογραφία (entlehnt aus) französisch hyalographie altgriechisch ὕαλος + γράφω


υαλογραφία

υαλογραφία (entlehnt aus) französisch hyalographie altgriechisch ὕαλος + γράφω


υαλογράφος

υαλογράφος (entlehnt aus) französisch hyalographe altgriechisch ὕαλος υαλο- + -γράφος


υαλοκαθαριστήρας

υαλοκαθαριστήρας ύαλος + -ο- + καθαριστήρας


υαλοπίνακας

υαλοπίνακας υαλο- + πίνακας


υαλοπωλείο

υαλοπωλείο ύαλος + -ο- + -πωλείο


υαλοπώλης

υαλοπώλης ύαλος + -ο- + -πώλης


ύαλος

ύαλος altgriechisch ὕαλος / ὕελος indoeuropäisch (Wurzel) *uel- / *welH- (γυρίζω, στρέφω)


υαλοστάσιο

υαλοστάσιο ύαλος + -ο- + -στάσιο


υαλουργείο

υαλουργείο Koine-Griechisch ὑαλουργεῖον


υαλουργία

υαλουργία υαλουργός + -ία


υαλουργός

υαλουργός Koine-Griechisch ὑαλουργός


υάρδα

υάρδα englisch yard


ύβος

ύβος Etymologie fehlt


υβρεολόγιο

υβρεολόγιο ύβρε(ως) + -ο- + -λόγιο


ύβρη

ύβρη Etymologie fehlt


υβρίδιο

υβρίδιο französisch hybride lateinisch hybrida hibrida (γόνος διασταύρωσης διαφορετικών ειδών ή γεννημένος από Ρωμαίο πατέρα και ξένη ή δούλη μητέρα)[1] με παρετυμολόγηση von αρχαίο ὕβρις[2][3]


υβριδισμός

υβριδισμός Etymologie fehlt


ύβρις

ύβρις altgriechisch ὕβρις


υβριστής

υβριστής Etymologie fehlt


υγειά

υγειά mittelgriechisch *υγειά Koine-Griechisch ὑγεία altgriechisch ὑγίεια


υγειονόμος

υγειονόμος υγεί(α) + -ο- + -νόμος νέμω


υγιαίνω

υγιαίνω altgriechisch ὑγιαίνω


υγιεινολογία

υγιεινολογία Etymologie fehlt


υγιεινολόγος

υγιεινολόγος Etymologie fehlt


υγραέριο

υγραέριο υγρό + αέριο


υγραίνω

υγραίνω altgriechisch ὑγραίνω ὑγρός


ύγρανση

ύγρανση Koine-Griechisch ὕγρανσις altgriechisch ὑγραίνω ὑγρός


υγραντήρας

υγραντήρας υγραίνω + -τήρας


υγρασία

υγρασία altgriechisch ὑγρασία ὑγραίνω


υγροβιότοπος

υγροβιότοπος υγρο- ( υγρός) + βιότοπος


υγρόμετρο

υγρόμετρο (entlehnt aus) französisch hygromètre altgriechisch ὑγρός + μέτρον


υγροποίηση

υγροποίηση υγροποιώ + -ση


υγροποιώ

υγροποιώ Koine-Griechisch ὑγροποιέω / ὑγροποιῶ ((Lehnübersetzung) französisch liquéfier)


υγροσκόπιο

υγροσκόπιο (entlehnt aus) französisch hygroscope altgriechisch ὑγρός + σκοπέω / σκοπῶ


υγροστάτης

υγροστάτης Etymologie fehlt


υγρότητα

υγρότητα altgriechisch ὑγρότης ὑγρός + -ότης (> -ότητα)


υγρότοπος

υγρότοπος υγρο- ( υγρός) + -τοπος ( τόπος) ((Lehnübersetzung) (αγγλικά) wetland)


υδατάνθρακας

υδατάνθρακας υδατάνθραξ ύδωρ + άνθραξ. Παλιά πίστευαν ότι οι υδατάνθρακες ήταν ενώσεις άνθρακα και νερού (ύδατος) λόγω του γενικού χημικού τύπου τους (Cn(H2O)n). Σήμερα δε θα έπρεπε να ονομάζονται έτσι, γιατί πολλά σώματα της κατηγορίας αυτής δεν περιέχουν το υδρογόνο (H) και το οξυγόνο (O) στην αναλογία του νερού (H2O) π.χ. οι μεθυλοπεντόζες: C6H12O5 και το αντίστροφο, δηλαδή υπάρχουν ενώσεις με αυτήν την αναλογία που δεν είναι υδατάνθρακες π.χ. το οξικό οξύ: C2Η4O2, το γαλακτικό οξύ: C3H6Ο3 κ.α.


υδατογραφία

υδατογραφία Etymologie fehlt


υδατόπτωση

υδατόπτωση Etymologie fehlt


υδατόσημο

υδατόσημο υδατό- (altgriechisch ὕδωρ) + σήμα + -ο



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback