{η}  τύχη Subst.  [tichi, tyxh]

{der}    Subst.
(6965)
{das}    Subst.
(654)

Etymologie zu τύχη

τύχη altgriechisch τύχη


GriechischDeutsch
Οι φορολογικοί συντελεστές μπορεί να διαφέρουν ανά «κλίμακα» (όταν η φορολογική βάση έχει διαφορετικό μέγεθος), αλλά ο ένας φορολογικός συντελεστής είναι πάντα χαμηλότερος από τον άλλο και συνεπώς παρέχει, υπό μία έννοια, πλεονέκτημα στους φορολογούμενους που έχουν την τύχη ή την ικανότητα να ρυθμίζουν τα εισοδήματά τους με τρόπο ώστε να υπάγονται στον χαμηλότερο συντελεστή.Wenn es unterschiedliche Steuersätze mit unterschiedlichen „Spannen“ gibt (mit unterschiedlicher Größe der Bemessungsgrundlage), ist ein Steuersatz immer niedriger als der andere, und das begünstigt in gewisser Weise die Steuerzahler, die das Glück haben — oder ihre Geschäfte entsprechend organisieren können —, dass sie den niedrigeren Satz bezahlen.

Übersetzung bestätigt

Ανατολής, έχουν την ιδιαίτερη τύχη να έχουν στην μεγάλη πλειοψηφία τους, πληθυσμούς σε νεαρές ηλικίες αλλά ταυτόχρονα βρίσκονται αντιμέτωπες με την πρόκληση που συνεπάγεται ένας πληθυσμός αποτελούμενος κατ’ εξοχήν από νέους, πράγμα που σημαίνει ότι καλούνται να βρουν άμεσα λύση για το ιδιαίτερα παραγωγικό αυτό κομμάτι τους με ενίσχυση της απασχόλησης."Die meisten Länder Nordafrikas und des Nahen Ostens haben das große Glück stehen vor der Herausforderung, dass ihre Bevölkerung im Durchschnitt außergewöhnlich jung ist hauptsächlich aus jungen Menschen besteht, allerdings was auch bedeutet dies auch, dass rasch eine Perspektive für diesen besonders produktiven Teil der Gesellschaft gefunden wer­den muss, indem Arbeitsplätze geschaffen werden.

Übersetzung bestätigt

Ανατολής έχουν την ιδιαίτερη τύχη να έχουν στην μεγάλη πλειοψηφία τους πληθυσμούς σε νεαρές ηλικίες αλλά ταυτόχρονα καλούνται να βρουν άμεσα λύση για το ιδιαίτερα παραγωγικό αυτό κομμάτι τους με ενίσχυση της απασχόλησης.3.4 Die meisten Länder Nordafrikas und des Nahen Ostens haben das große Glück, dass ihre Bevölkerung im Durchschnitt außergewöhnlich jung ist, allerdings bedeutet dies auch, dass rasch eine Perspektive für diesen besonders produktiven Teil der Gesellschaft gefunden werden muss, indem Arbeitsplätze geschaffen werden.

Übersetzung bestätigt

Ο προσωρινός Πρόεδρος συγχαίρει τα νέα μέλη για τον διορισμό τους στην ΕΟΚΕ και τους εύχεται καλή τύχη στη σημαντική και συναρπαστική αυτή αποστολή που μόλις ανέλαβαν.Der Alterspräsident gratuliert den neuen Mitgliedern zu ihrer Ernennung als Mitglieder des EWSA und wünscht ihnen viel Glück bei dieser wichtigen und faszinierenden Aufgabe.

Übersetzung bestätigt

Ο προσωρινός Πρόεδρος συγχαίρει τα τρία μέλη για την εκλογή τους και τους εύχεται καλή τύχη και επιτυχία κατά τη νέα θητεία.Der Alterspräsident gratuliert den drei Mitgliedern zu ihrer Wahl und wünscht ihnen für ihre neue Aufgabe viel Glück und Erfolg.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter



Griechische Definition zu τύχη

τύχη η [tíxi] : 1α. σύνολο απρόβλεπτων περιστατικών που η σύμπτωσή τους δεν έχει λογική εξήγηση: Ποιο λαχείο θα κερδίσει, εξαρτάται αποκλειστικά από την τύχη. H επιτυχία στη ζωή είναι καμιά φορά και ζήτημα τύχης. Ό,τι φέρει η τύχη, όπως έρθουν οι περιστάσεις. ΦΡ αφήνω κτ. στην τύχη, δεν επεμβαίνω για να επηρεάσω την έκβασή του. το ρίχνω* στην τύχη. (επιρρ. έκφρ.) κατά τύχη, τυχαία: Tον συνάντησα κατά τύχη. στην τύχη, χωρίς σκέψη, χωρίς πρόγραμμα: Aγοράζει στην τύχη, ό,τι βρει μπροστά του. κατά καλή / κακή (μου, σου, του) τύχη ή για καλή / κακή μου (σου, του) τύχη, ευτυχώς / δυστυχώς. β. σύμπτωση ευνοϊκών περιστάσεων· καλή τύχη. ANT ατυχία: Aυτός είχε / δεν είχε τύχη στη ζωή του / στις δουλειές του. Έχει τύχη στα χαρτιά. Είχε την τύχη να έχει καλούς δασκάλους. τύχη που την έχει!, τι τυχερός που είναι! Πού τέτοια τύχη, δυστυχώς δεν έχω τέτοια τύχη. Kλοτσάω την τύχη μου, δεν εκμεταλλεύομαι κάποια πολύ καλή ευκαιρία. (ευχή) καλή τύχη, κυρίως σε κοπέλα για να πετύχει στο γάμο της. ΦΡ βρίσκω / κάνω την τύχη μου, πλουτίζω: Άφησε το χωριό και πήγε στην πόλη για να βρει / να κάνει την τύχη του. τύχη βουνό*. ανοίγει η τύχη μου, απρόσμενα λύνω ένα πρόβλημα της ζωής μου και κυρίως για γυναίκα που κάνει έναν πολύ καλό γάμο. ενώνω την τύχη μου με κπ., παντρεύομαι με κπ. μίλησε με την τύχη του, για κπ. που από τυχαίους παράγοντες πλούτισε ή πέτυχε κτ. άλλο. κοιμάται και η τύχη του δουλεύει*. ΠAΡ Aν έχεις τύχη διάβαινε και ριζικό περπάτει, αν έχεις τη βοήθεια της τύχης, μη φοβάσαι τίποτε. γ. υποθετική και ανεξήγητη δύναμη που θεωρείται υπεύθυνη για ό,τι καλό ή κακό συμβαίνει στον άνθρωπο: Tον ευνόησε / τον εγκατέλειψε η τύχη (του). Έχει την εύνοια της τύχης. H τύχη βοηθάει τους τολμηρούς. Οι ισχυροί κρατούν την τύχη / τις τύχες της ανθρωπότητας στα χέρια τους. Tης τύχης τα γραμμένα, το ριζικό. Tον κυνηγάει / τον κατατρέχει η τύχη του, μοίρα. (έκφρ.) ειρωνεία* της τύχης. (λόγ. έκφρ.) τύχη αγαθή, με τη βοήθεια της καλής τύχης. ΦΡ του χαμογέλασε* η τύχη. δ. (κακοτυχία) μοίρα, ριζικό: Aυτή είναι η τύχη των φτωχών! Ήταν της τύχης του κι αυτό! Για την τύχη του ήταν κι αυτό!, για κπ. που έχει αλλεπάληλλες ατυχίες. (έκφρ.) είναι άξιος* της τύχης του. ΦΡ αφήνω κπ. / κτ. στην τύχη του, τον εγκαταλείπω, αδιαφορώ γι΄ αυτόν. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback