Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



τριαρχία

τριαρχία Etymologie fehlt


τριβέας

τριβέας spätgriechisch τρίβω


τριβείο

τριβείο spätgriechisch τρίβω


τριβέλι

τριβέλι mittelgriechisch τριβέλλιν lateinisch terebellum


τριβέλισμα

τριβέλισμα Etymologie fehlt


τριβή

τριβή altgriechisch τριβή τρίβω


τρίβω

τρίβω altgriechisch τρίβω proto-indogermanisch *terh₁-[1] (τρίβω)


τρίγλυφο

τρίγλυφο Koine-Griechisch τρίγλυφον altgriechisch τρίγλυφος τρι- + γλύφω


τριγμός

τριγμός, λόγια λέξη altgriechisch τρίζω


τριγυρίζω

τριγυρίζω mittelgriechisch τριγυρίζω τριγύρω


τριγύρισμα

τριγύρισμα Etymologie fehlt


τριγυρίστρα

τριγυρίστρα Etymologie fehlt


τρίγωνο

τρίγωνο τρίγωνος


τριγωνομετρία

τριγωνομετρία neulateinisch trigonometria τρίγωνον + -μετρία (η λέξη υπάρχει von 1749 μ.Χ.)


τριετία

τριετία τρι- + έτ(ος) + -ία


τριζοβολώ

τριζοβολώ τρίζω + -ο- + -βολώ


τριζοκοπώ

τριζοκοπώ τρίζω + -ο- + -κοπώ


τριζόνι

τριζόνι τρίζω


τρίζω

τρίζω altgriechisch τρίζω


τριηραρχία

τριηραρχία altgriechisch τριηραρχία


τριήρης

τριήρης altgriechisch τριήρης τρι- + ἐρέσσω


τρικ

τρικ französisch truc


τρικαντό

τρικαντό γαλλ. tri-canton tri- «τρι-» + canton (: γωνία, αιχμή)


τρικέζα

τρικέζα Etymologie fehlt


τρικέρι

τρικέρι Etymologie fehlt


τρικλοποδιά

τρικλοποδιά Etymologie fehlt


τρικό

τρικό französisch tricot (πλεκτό)


τρικράνι

τρικράνι Etymologie fehlt


τρίκροτο

τρίκροτο Etymologie fehlt


τρικυμία

τρικυμία altgriechisch τρικυμία τρι- + -κυμία κῦμα


τρικύμισμα

τρικύμισμα Etymologie fehlt


τρίλημμα

τρίλημμα Etymologie fehlt


τρίλια

τρίλια Etymologie fehlt


τρίλιζα

τρίλιζα spanisch trilliza, Femininum von trillizo (ομάδα τριών πραγμάτων, τριπλέτα) tri- ( lateinisch tres) + mellizo ( παλαιά spanisch emellizo δημώδης lateinisch *gemellicius lateinisch gemellus geminus)


τρίμερα

τρίμερα Etymologie fehlt


τριμηνία

τριμηνία Etymologie fehlt


τρίμμα

τρίμμα altgriechisch τρῖμμα τρίβω


τριολέτο

τριολέτο Etymologie fehlt


τριοξείδιο

τριοξείδιο τρι- + οξείδιο


τρίπλα

τρίπλα ντρίμπλα englisch dribble


τριπλοκατοικία

τριπλοκατοικία τριπλ(ός) + -ο- + κατοικία


τριπλούν

τριπλούν


τριπλουνίστας

τριπλουνίστας τριπλούν + -ίστας


τρίποδας

τρίποδας Etymologie fehlt


τρίποδο

τρίποδο Etymologie fehlt


τρίποντο

τρίποντο τρι- + πόντος + -ο


τρίπτυχο

τρίπτυχο Etymologie fehlt


τρισαλί

τρισαλί Etymologie fehlt


τρισαλίμονο

τρισαλίμονο Etymologie fehlt


τρισέγγονος

τρισέγγονος Koine-Griechisch τρισέγγονος. Συγχρονικά αναλύεται σε τρις + εγγονός


τρισεκατομμύριο

τρισεκατομμύριο Etymologie fehlt


τρισκόταδο

τρισκόταδο Etymologie fehlt


τρισταυρία

τρισταυρία Etymologie fehlt


τριτανακοπή

τριτανακοπή Etymologie fehlt


τριτεγγύηση

τριτεγγύηση τριτ- + εγγύηση


τριτεγγυητής

τριτεγγυητής (τριτο-) τριτ- + εγγυητής


τριτεγγυώμαι

τριτεγγυώμαι Etymologie fehlt


τριτεύω

τριτεύω Etymologie fehlt


τριτώνω

τριτώνω Etymologie fehlt


τρίφτης

τρίφτης τρίβω


τριφύλλι

τριφύλλι spätgriechisch τριφύλλιον altgriechisch τρίφυλλον


τριφωνία

τριφωνία Etymologie fehlt


τρίχα

τρίχα altgriechisch θρίξ, (Genitiv: τριχός)


τρίχας

τρίχας Etymologie fehlt


τριχιά

τριχιά spätgriechisch τριχία


τριχομονάδα

τριχομονάδα Etymologie fehlt


τριχόπτωση

τριχόπτωση τρίχα + πτώση


τριχοφυΐα

τριχοφυΐα Etymologie fehlt


τρίχρονος

τρίχρονος τρί- + -χρονος


τριχρωμία

τριχρωμία Etymologie fehlt


τρίχωμα

τρίχωμα τρίχα


τρίψιμο

τρίψιμο mittelgriechisch τρίψιμον τρίβω


τριωδία

τριωδία τρι- + ωδή + -ία


τριώδιο

τριώδιο mittelgriechisch τριῴδιον τρι- + altgriechisch ᾠδή


τριώνυμο

τριώνυμο Etymologie fehlt


τροβαδούρος

τροβαδούρος französisch troubadour[1] παλαιά γαλλικά troubadour παλαιά οξιτανική γλώσσα trobar lateinisch tropus altgriechisch τρόπος (αντιδάνειο)


τρόικα

τρόικα ρωσική тройка (τρία)


τροκάνα

τροκάνα Onomatopoetikum + -άνα κατά το ροκάνα[1]


τροκάνι

τροκάνι τροκάν(α) + υποκοριστικό επίθημα -ι


τρόλεϊ

τρόλεϊ englisch trolley (ίσως: troll)


τρολές

τρολές τρόλεϊ englisch trolley


τρόμαγμα

τρόμαγμα Etymologie fehlt


τρομάζω

τρομάζω mittelgriechisch τρομάζω τρόμαξα, αόριστος του τρομάσσω


τρομάρα

τρομάρα τρόμος + κατάληξη μεγεθυντικού -άρα


τρομοκράτης

τρομοκράτης τρόμος + -ο- + -κράτης ((Lehnübersetzung) französisch terroriste)


τρομοκράτηση

τρομοκράτηση τρομοκρατώ + -ση


τρομοκρατία

τρομοκρατία τρόμος + -ο- + κράτος ((Lehnübersetzung) französisch terrorisme)


τρομοκρατώ

τρομοκρατώ τρομοκράτης + -ώ


τρόμος

τρόμος altgriechisch τρόμος τρέμω proto-indogermanisch *trem- (τρέμω) *ter- (αδύναμος, τρυφερός)


τρόμπα

τρόμπα italienisch tromba


τρομπάρισμα

τρομπάρισμα Etymologie fehlt


τρομπάρω

τρομπάρω italienisch trombare (δείτε και το τρόμπα)


τρομπέτα

τρομπέτα Etymologie fehlt


τρομπετίστας

τρομπετίστας Etymologie fehlt


τρομπόνι

τρομπόνι italienisch trombon(e) + -ι tromba


τρομπονίστας

τρομπονίστας Etymologie fehlt


τρόπαιο

τρόπαιο altgriechisch τρόπαιον


τροπάριο

τροπάριο spätgriechisch υποκοριστικό του τρόπος, (Katharevousa) τροπάριον


τροπή

τροπή altgriechisch


τρόπιδα

τρόπιδα altgriechisch τρόπις



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback