Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



πλυσταριό

πλυσταριό πλύστρ(α) + -αριό με ανομοιωτική αποβολή του [r] von πλυστρ-[1] πλύση πλύνω (πλένω)


πλύστρα

πλύστρα πλύση + κατάληξη θηλυκού -τρα altgriechisch πλύσις πλύνω


πλώρη

πλώρη mittelgriechisch πλώρα altgriechisch πρῷρα


πλωτάρχης

πλωτάρχης πλωτών + -άρχης


πλωτήρας

πλωτήρας Etymologie fehlt


πνεύμα

πνεύμα altgriechisch πνεῦμα


πνευματικός

πνευματικός Koine-Griechisch πνευματικός, αρχική σημασία: "αυτός που αναφέρεται στον αέρα, στην αναπνοή"


πνευματικότητα

πνευματικότητα Etymologie fehlt


πνευματιστής

πνευματιστής Etymologie fehlt


πνευματοκρατία

πνευματοκρατία σύνθεση των λέξεων πνεύμα + κράτος


πνευμάτωση

πνευμάτωση Etymologie fehlt


πνευμοθώρακας

πνευμοθώρακας πνεύμα (αέρας) + θώραξ


πνεύμονας

πνεύμονας altgriechisch πνεύμων


πνευμόνι

πνευμόνι mittelgriechisch φλεμμόνινπλεμόνιν spätgriechisch πνευμόνιο υποκ. altgriechisch πλεύμων[1] πνεύμων.


πνευμονία

πνευμονία Koine-Griechisch πνευμονία / πλευμονία


πνευμονογράφημα

πνευμονογράφημα Etymologie fehlt


πνευμονογράφηση

πνευμονογράφηση Etymologie fehlt


πνευμονογράφος

πνευμονογράφος Etymologie fehlt


πνευμονόκοκκος

πνευμονόκοκκος (entlehnt aus) (λόγιο δάνειο) französisch pneumocoque pneumo- (πνευμονό-) + altgriechisch κόκκος[1]


πνευμονοκονίαση

πνευμονοκονίαση


πνευμονολογία

πνευμονολογία πνεύμονας + -λογία


πνευμονολογικός

πνευμονολογικός Etymologie fehlt


πνευμονολόγος

πνευμονολόγος Etymologie fehlt


πνευμονοπάθεια

πνευμονοπάθεια πνεύμον(ας) + -ο- + -πάθεια


πνευμονορραγία

πνευμονορραγία πνεύμον(ας) + -ο- + -ρραγία


πνέω

πνέω altgriechisch πνέω indoeuropäisch (Wurzel) *pnew- (αναπνέω, ασθμαίνω)


πνιγηρότητα

πνιγηρότητα Etymologie fehlt


πνιγμονή

πνιγμονή πνιγ- (του πνίγω) + -μονή


πνιγμός

πνιγμός Etymologie fehlt


πνίγω

πνίγω altgriechisch πνίγω indoeuropäisch (Wurzel) *pnew- (αναπνέω)


πνίξιμο

πνίξιμο Etymologie fehlt


πνοή

πνοή altgriechisch πνοή


πόα

πόα altgriechisch πόα


ποάνθρακας


πογκρόμ

πογκρόμ französisch pogrom ρωσική погром (=καταστροφή, ερήμωση) погромить по- (=ολοκληρωτικά) + громить (=καταστρέφω) гром (=κεραυνός) πρωτοσλαβικό *gromъ


ποδάγρα

ποδάγρα Koine-Griechisch ποδάγρα με τη σημερινή έννοια altgriechisch ποδάγρα (που σήμαινε όμως παγίδα για τα πόδια) πούς + ἄγρα


ποδάρι

ποδάρι mittelgriechisch ποδάρι altgriechisch ποδάριον, υποκοριστικό του altgriechisch πούς


ποδαρικό

ποδαρικό ποδάρι + -ικό


ποδαρίλα

ποδαρίλα ποδάρ(ι) + -ίλα


ποδαρόδρομος

ποδαρόδρομος ποδάρι ( πόδι) + δρόμος


πόδας

πόδας Etymologie fehlt


ποδηγετώ

ποδηγετώ altgriechisch ποδηγετῶ


ποδηλασία

ποδηλασία ποδήλατο + -σία


ποδηλατάδικο

ποδηλατάδικο ποδήλατο + -άδικο


ποδηλατάς

ποδηλατάς Etymologie fehlt


ποδηλάτης

ποδηλάτης ποδήλατο • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;


ποδηλατιστής

ποδηλατιστής Etymologie fehlt


ποδήλατο

ποδήλατο substantiviertes Neutrum des Adjektivs ποδήλατος (ποδήλατο όχημα) altgriechisch ποδ- ( πούς) + -ήλατο ( ελαύνω: προχωρώ)


ποδηλατοδρομία

ποδηλατοδρομία ποδήλατ(ο) + -ο- + -δρομία


ποδηλατοδρόμιο

ποδηλατοδρόμιο Etymologie fehlt


ποδηλατοδρόμος

ποδηλατοδρόμος Etymologie fehlt


ποδηλατώ

ποδηλατώ ποδήλατο


πόδημα

πόδημα Etymologie fehlt


πόδι

Είναι με το ένα πόδι στον τάφο, κι όμως δεν σταματάει να δουλεύει!


ποδιά

ποδιά mittelgriechisch ποδιά πόδι


ποδίζω

ποδίζω κατά πάσα πιθανότητα von altgriechisch ποδίζω ή vonυς πόδες στα πλοία


ποδίσκος

ποδίσκος Koine-Griechisch ποδίσκος altgriechisch πούς ((Lehnübersetzung) französisch pédoncule)


ποδοβολητό

ποδοβολητό ποδοβολώ ή ίσως αντιστρόφως


ποδόγυρος

ποδόγυρος πόδι + -ο- + γύρος


ποδόλουτρο

ποδόλουτρο πόδι + λουτρό


ποδοπατώ

ποδοπατώ πόδι και πατώ


ποδοσφαιριστής

ποδοσφαιριστής ποδόσφαιρο


ποδόσφαιρο

ποδόσφαιρο ποδο- ( πόδι) + -σφαιρο ( σφαίρα) ((Lehnübersetzung) englisch football)


ποδόφρενο

ποδόφρενο Etymologie fehlt


ποζάρω

ποζάρω italienisch posare


ποζιτιβισμός

ποζιτιβισμός französisch positivisme / englisch positivism / deutsch Positivismus


ποζιτρόνιο

ποζιτρόνιο englisch positro positive + electron, θετικός + ηλεκτρόνιο


πόθεν

πόθεν altgriechisch πόθεν


πόθος

πόθος altgriechisch πόθος


ποθώ

ποθώ altgriechisch ποθῶ


ποίημα

ποίημα altgriechisch ποίημα


ποίηση

ποίηση altgriechisch ποίησις


ποιητάρης

ποιητάρης Etymologie fehlt


ποιητής

ποιητής altgriechisch ποιητής


ποιητικός

ποιητικός altgriechisch ποιητικός ποιητής


ποιητικότητα

ποιητικότητα, λόγια λέξη Katharevousa ποιητικότης ποιητικός + -ότης


ποικιλία

ποικιλία altgriechisch ποικιλία


ποικίλλω

ποικίλλω altgriechisch ποικίλλω


ποίκιλμα

ποίκιλμα altgriechisch ποίκιλμα ποικίλλω


ποικιλομορφία

ποικιλομορφία Etymologie fehlt


ποιμαίνω

ποιμαίνω Etymologie fehlt


ποιμαντορία

ποιμαντορία mittelgriechisch ποιμάντωρ + -ία altgriechisch ποιμαίνω ποιμήν proto-indogermanisch *poh₂imn̥ / *poh₂imen *peh₂- (προστατεύω) + *-men


ποιμενάρχης

ποιμενάρχης mittelgriechisch ποιμενάρχης ποιμήν + -άρχης ἄρχω


ποιμεναρχία

ποιμεναρχία Etymologie fehlt


ποιμεναρχώ

ποιμεναρχώ Etymologie fehlt


ποιμένας

ποιμένας altgriechisch ποιμήν (αιτιατική: ποιμένα) proto-indogermanisch *poh₂imn̥ / *poh₂imen *peh₂- (προστατεύω) + *-men


ποίμνη

ποίμνη Etymologie fehlt


ποίμνιο

ποίμνιο Etymologie fehlt


ποιμνιοστάσιο

ποιμνιοστάσιο Etymologie fehlt


ποινή

ποινή altgriechisch ποινή


ποινικολογία

ποινικολογία Etymologie fehlt


ποινικοποίηση

ποινικοποίηση ποινικοποιώ + -ση


ποινικοποιώ

ποινικοποιώ Etymologie fehlt


ποινολόγιο

ποινολόγιο ποιν(ή) + -ο- + -λόγιο


πόιντερ

πόιντερ Etymologie fehlt


ποιόν

ποιόν λόγια χρήση αρχ.ποιόν


ποιότητα

ΔΦΑ : /pi.'ɔ.ti.ta/


ποιώ

ποιώ (λόγιο) altgriechisch ποιῶ, συνηρημένος τύπος του ποιέω


πόκα

πόκα Etymologie fehlt


ποκάρι

ποκάρι Koine-Griechisch ποκάριον altgriechisch πόκος



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback