χαλώ  Verb  [chalo, xalw]

Ähnliche Bedeutung wie χαλώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze χαλώ

... Η Χαλ Σίτι (Αγγλικά: Hull City A.F.C.) είναι αγγλική ποδοσφαιρική ομάδα που εδρεύει στην πόλη του Χαλ, ιδρύθηκε το 1904. Την σεζόν 2007-2008 ανέβηκε για ...

... Ο Σκοτ Χαλ (Scott Oliver Hall, 20 Οκτωβρίου 1958) είναι Αμερικανός παλαιστής, γνωστός για τον χρόνο του στην εταιρεία WWE. Εκτός από το πραγματικό του ...

... Το χαλί ή τάπητας είναι ένα κλωστοϋφαντουργικό δάπεδο που αποτελείται συνήθως από ένα ανώτερο στρώμα σωρού συνδεδεμένο σε ένα υπόστρωμα. Το σωρό ήταν παραδοσιακά ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze kaputtgehen

... Ich kann mich manchmal des Verdachtes nicht erwehren, dass in technische Geräte gezielt Schwachstellen eingebaut werden, die bewirken, dass diese Geräte nach nicht allzu langer Zeit kaputtgehen und Ersatz erstanden werden muss. ...

... Der Hauptunterschied zwischen etwas, was möglicherweise kaputtgehen könnte und etwas, was unmöglich kaputtgehen kann, besteht darin, dass sich bei allem, was unmöglich kaputtgehen kann, falls es doch kaputtgeht, normalerweise herausstellt, dass es unmöglich zerlegt oder repariert werden kann. ...

Quelle: Pfirsichbaeumchen, Esperantostern

Grammatik


ΧΑΛΩ
I spoil
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
χαλάω, χαλώχαλάμε, χαλούμε
χαλάςχαλάτε
χαλάει, χαλάχαλάν(ε), χαλούν(ε)
Imper
fekt
χαλούσα, χάλαγαχαλούσαμε, χαλάγαμε
χαλούσες, χάλαγεςχαλούσατε, χαλάγατε
χαλούσε, χάλαγεχαλούσαν(ε), χάλαγαν, χαλάγανε
Aoristχάλασαχαλάσαμε
χάλασεςχαλάσατε
χάλασεχάλασαν, χαλάσαν(ε)
Perf
ekt
έχω χαλάσειέχουμε χαλάσει
έχεις χαλάσειέχετε χαλάσει
έχει χαλάσειέχουν χαλάσει
Plu
perf
ekt
είχα χαλάσειείχαμε χαλάσει
είχες χαλάσειείχατε χαλάσει
είχε χαλάσειείχαν χαλάσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα χαλάω, θα χαλώθα χαλάμε, θα χαλούμε
θα χαλάςθα χαλάτε
θα χαλάει, θα χαλάθα χαλάν(ε), θα χαλούν(ε)
Fut
ur
θα χαλάσωθα χαλάσουμε, θα χαλάσομε
θα χαλάσειςθα χαλάσετε
θα χαλάσειθα χαλάσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω χαλάσειθα έχουμε χαλάσει
θα έχεις χαλάσειθα έχετε χαλάσει
θα έχει χαλάσειθα έχουν χαλάσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να χαλάω, να χαλώνα χαλάμε, να χαλούμε
να χαλάςνα χαλάτε
να χαλάει, να χαλάνα χαλάν(ε), να χαλούν(ε)
Aoristνα χαλάσωνα χαλάσουμε, να χαλάσομε
να χαλάσειςνα χαλάσετε
να χαλάσεινα χαλάσουν(ε)
Perfνα έχω χαλάσεινα έχουμε χαλάσει
να έχεις χαλάσεινα έχετε χαλάσει
να έχει χαλάσεινα έχουν χαλάσει
Imper
ativ
Presχάλα, χάλαγεχαλάτε
Aoristχάλασε, χάλαχαλάστε
Part
izip
Presχαλώντας
Perfέχοντας χαλάσει
InfinAoristχαλάσει





Person Wortform
Präsens ich faule
du faulst
er, sie, es fault
Präteritum ich faulte
Konjunktiv II ich faulte
Imperativ Singular faule!
Plural fault!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gefault sein
Alle weiteren Formen: Flexion:faulen














Griechische Definition zu χαλώ

χαλώ [xaló] & -άω, -ιέμαι & (σπάν.) χαλνώ [xalnó] & -άω, -ιέμαι (παθ. συνήθ. στη μππ.) : 1α.προξενώ σε κτ. τέτοια ζημιά, βλάβη, ώστε να μην μπορώ πια να το χρησιμοποιήσω ή να το εκμεταλλευτώ: Mην τη χτυπάς την πόρτα, γιατί θα τη χαλάσεις. H κακή συντήρηση χαλάει το αυτο κίνητο. Tο χαλάζι χάλασε τα δέντρα. || παθαίνω ζημιά, βλάβη: Xάλασαν φέτος τα σιτάρια. Xάλασε το ρολόι / το ψυγείο, δε λειτουργεί. Xάλασε το τραπέζι, έσπασε. β. ακολουθώ μια διαδικασία αντίθετη από εκείνη της κατασκευής: Θα το χαλάσουν το παλιό σπίτι για να χτίσουν καινούριο, θα το γκρεμίσουν. Θα το χαλάσω το πουλόβερ / το κέντημα γιατί δεν πέτυχε, θα το ξηλώσω. γ. δεν πετυχαίνω κτ. στην κατασκευή: H μοδίστρα μού χάλασε το φόρεμα. || κτ. δε γίνεται καλό, δεν πετυχαίνει: Mου χάλασε το φαγητό / το γλυκό. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu χαλώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15