χαλώ Verb  [chalo, xalw]

(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Anzeige

Etymologie zu χαλώ

χαλώ mittelgriechisch χαλῶ (παρόμοια σημασία) altgriechisch χαλάω / χαλῶ


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Grammatik

Grammatik zu χαλώ

Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
χαλάω, χαλώχαλάμε, χαλούμε
χαλάςχαλάτε
χαλάει, χαλάχαλάν(ε), χαλούν(ε)
Imper
fekt
χαλούσα, χάλαγαχαλούσαμε, χαλάγαμε
χαλούσες, χάλαγεςχαλούσατε, χαλάγατε
χαλούσε, χάλαγεχαλούσαν(ε), χάλαγαν, χαλάγανε
Aoristχάλασαχαλάσαμε
χάλασεςχαλάσατε
χάλασεχάλασαν, χαλάσαν(ε)
Perf
ekt
έχω χαλάσειέχουμε χαλάσει
έχεις χαλάσειέχετε χαλάσει
έχει χαλάσειέχουν χαλάσει
Plu
perf
ekt
είχα χαλάσειείχαμε χαλάσει
είχες χαλάσειείχατε χαλάσει
είχε χαλάσειείχαν χαλάσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα χαλάω, θα χαλώθα χαλάμε, θα χαλούμε
θα χαλάςθα χαλάτε
θα χαλάει, θα χαλάθα χαλάν(ε), θα χαλούν(ε)
Fut
ur
θα χαλάσωθα χαλάσουμε, θα χαλάσομε
θα χαλάσειςθα χαλάσετε
θα χαλάσειθα χαλάσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω χαλάσειθα έχουμε χαλάσει
θα έχεις χαλάσειθα έχετε χαλάσει
θα έχει χαλάσειθα έχουν χαλάσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να χαλάω, να χαλώνα χαλάμε, να χαλούμε
να χαλάςνα χαλάτε
να χαλάει, να χαλάνα χαλάν(ε), να χαλούν(ε)
Aoristνα χαλάσωνα χαλάσουμε, να χαλάσομε
να χαλάσειςνα χαλάσετε
να χαλάσεινα χαλάσουν(ε)
Perfνα έχω χαλάσεινα έχουμε χαλάσει
να έχεις χαλάσεινα έχετε χαλάσει
να έχει χαλάσεινα έχουν χαλάσει
Imper
ativ
Presχάλα, χάλαγεχαλάτε
Aoristχάλασε, χάλαχαλάστε
Part
izip
Presχαλώντας
Perfέχοντας χαλάσει
InfinAoristχαλάσει























Griechische Definition zu χαλώ

χαλώ [xaló] & -άω, -ιέμαι & (σπάν.) χαλνώ [xalnó] & -άω, -ιέμαι (παθ. συνήθ. στη μππ.) : 1α.προξενώ σε κτ. τέτοια ζημιά, βλάβη, ώστε να μην μπορώ πια να το χρησιμοποιήσω ή να το εκμεταλλευτώ: Mην τη χτυπάς την πόρτα, γιατί θα τη χαλάσεις. H κακή συντήρηση χαλάει το αυτο κίνητο. Tο χαλάζι χάλασε τα δέντρα. || παθαίνω ζημιά, βλάβη: Xάλασαν φέτος τα σιτάρια. Xάλασε το ρολόι / το ψυγείο, δε λειτουργεί. Xάλασε το τραπέζι, έσπασε. β. ακολουθώ μια διαδικασία αντίθετη από εκείνη της κατασκευής: Θα το χαλάσουν το παλιό σπίτι για να χτίσουν καινούριο, θα το γκρεμίσουν. Θα το χαλάσω το πουλόβερ / το κέντημα γιατί δεν πέτυχε, θα το ξηλώσω. γ. δεν πετυχαίνω κτ. στην κατασκευή: H μοδίστρα μού χάλασε το φόρεμα. || κτ. δε γίνεται καλό, δεν πετυχαίνει: Mου χάλασε το φαγητό / το γλυκό. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback