υπολογίζω Verb  [ipologizo, ipolojizo, ypologizw]

  Verb
(3)
  Verb
(2)
  Verb
(1)
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Anzeige

Etymologie zu υπολογίζω

υπολογίζω altgriechisch ὑπολογίζομαι


GriechischDeutsch
Λαμβάνοντας υπόψη τον πληθωρισμό που υπάρχει, υπολογίζω ότι υπάρχει μείωση 20%.Unter Berücksichtigung der Inflation kann ich kalkulieren, daß die Kürzung 20 % beträgt.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu υπολογίζω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
υπολογίζωυπολογίζουμε, υπολογίζομευπολογίζομαιυπολογιζόμαστε
υπολογίζειςυπολογίζετευπολογίζεσαιυπολογίζεστε, υπολογιζόσαστε
υπολογίζειυπολογίζουν(ε)υπολογίζεταιυπολογίζονται
Imper
fekt
υπολόγιζαυπολογίζαμευπολογιζόμουν(α)υπολογιζόμαστε, υπολογιζόμασταν
υπολόγιζεςυπολογίζατευπολογιζόσουν(α)υπολογιζόσαστε, υπολογιζόσασταν
υπολόγιζευπολόγιζαν, υπολογίζαν(ε)υπολογιζόταν(ε)υπολογίζονταν, υπολογιζόντανε, υπολογιζόντουσαν
Aoristυπολόγισαυπολογίσαμευπολογίστηκαυπολογιστήκαμε
υπολόγισεςυπολογίσατευπολογίστηκεςυπολογιστήκατε
υπολόγισευπολόγισαν, υπολογίσαν(ε)υπολογίστηκευπολογίστηκαν, υπολογιστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω υπολογίσει
έχω υπολογισμένο
έχουμε υπολογίσει
έχουμε υπολογισμένο
έχω υπολογιστεί
είμαι υπολογισμένος, -η
έχουμε υπολογιστεί
είμαστε υπολογισμένοι, -ες
έχεις υπολογίσει
έχεις υπολογισμένο
έχετε υπολογίσει
έχετε υπολογισμένο
έχεις υπολογιστεί
είσαι υπολογισμένος, -η
έχετε υπολογιστεί
είστε υπολογισμένοι, -ες
έχει υπολογίσει
έχει υπολογισμένο
έχουν υπολογίσει
έχουν υπολογισμένο
έχει υπολογιστεί
είναι υπολογισμένος, -η, -ο
έχουν υπολογιστεί
είναι υπολογισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα υπολογίσει
είχα υπολογισμένο
είχαμε υπολογίσει
είχαμε υπολογισμένο
είχα υπολογιστεί
ήμουν υπολογισμένος, -η
είχαμε υπολογιστεί
ήμαστε υπολογισμένοι, -ες
είχες υπολογίσει
είχες υπολογισμένο
είχατε υπολογίσει
είχατε υπολογισμένο
είχες υπολογιστεί
ήσουν υπολογισμένος, -η
είχατε υπολογιστεί
ήσαστε υπολογισμένοι, -ες
είχε υπολογίσει
είχε υπολογισμένο
είχαν υπολογίσει
είχαν υπολογισμένο
είχε υπολογιστεί
ήταν υπολογισμένος, -η, -ο
είχαν υπολογιστεί
ήταν υπολογισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα υπολογίζωθα υπολογίζουμε, θα υπολογίζομεθα υπολογίζομαιθα υπολογιζόμαστε
θα υπολογίζειςθα υπολογίζετεθα υπολογίζεσαιθα υπολογίζεστε, θα υπολογιζόσαστε
θα υπολογίζειθα υπολογίζουν(ε)θα υπολογίζεταιθα υπολογίζονται
Fut
ur
θα υπολογίσωθα υπολογίσουμε, θα υπολογίζομεθα υπολογιστώθα υπολογιστούμε
θα υπολογίσειςθα υπολογίσετεθα υπολογιστείςθα υπολογιστείτε
θα υπολογίσειθα υπολογίσουν(ε)θα υπολογιστείθα υπολογιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω υπολογίσει
θα έχω υπολογισμένο
θα έχουμε υπολογίσει
θα έχουμε υπολογισμένο
θα έχω υπολογιστεί
θα είμαι υπολογισμένος, -η
θα έχουμε υπολογιστεί
θα είμαστε υπολογισμένοι, -ες
θα έχεις υπολογίσει
θα έχεις υπολογισμένο
θα έχετε υπολογίσει
θα έχετε υπολογισμένο
θα έχεις υπολογιστεί
θα είσαι υπολογισμένος, -η
θα έχετε υπολογιστεί
θα είστε υπολογισμένοι, -ες
θα έχει υπολογίσει
θα έχει υπολογισμένο
θα έχουν υπολογίσει
θα έχουν υπολογισμένο
θα έχει υπολογιστεί
θα είναι υπολογισμένος, -η, -ο
θα έχουν υπολογιστεί
θα είναι υπολογισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να υπολογίζωνα υπολογίζουμε, να υπολογίζομενα υπολογίζομαινα υπολογιζόμαστε
να υπολογίζειςνα υπολογίζετενα υπολογίζεσαινα υπολογίζεστε, να υπολογιζόσαστε
να υπολογίζεινα υπολογίζουν(ε)να υπολογίζεταινα υπολογίζονται
Aoristνα υπολογίσωνα υπολογίσουμε, να υπολογίσομενα υπολογιστώνα υπολογιστούμε
να υπολογίσειςνα υπολογίσετενα υπολογιστείςνα υπολογιστείτε
να υπολογίσεινα υπολογίσουν(ε)να υπολογιστείνα υπολογιστούν(ε)
Perfνα έχω υπολογίσει
να έχω υπολογισμένο
να έχουμε υπολογίσει
να έχουμε υπολογισμένο
να έχω υπολογιστεί
να είμαι υπολογισμένος, -η
να έχουμε υπολογιστεί
να είμαστε υπολογισμένοι, -ες
να έχεις υπολογίσει
να έχεις υπολογισμένο
να έχετε υπολογίσει
να έχετε υπολογισμένο
να έχεις υπολογιστεί
να είσαι υπολογισμένος, -η
να έχετε υπολογιστεί
να είστε υπολογισμένοι, -ες
να έχει υπολογίσει
να έχει υπολογισμένο
να έχουν υπολογίσει
να έχουν υπολογισμένο
να έχει υπολογιστεί
να είναι υπολογισμένος, -η, -ο
να έχουν υπολογιστεί
να είναι υπολογισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presυπολόγιζευπολογίζετευπολογίζεστε
Aoristυπολόγισευπολογίστευπολογίσουυπολογιστείτε
Part
izip
Presυπολογίζονταςυπολογιζόμενος
Perfέχοντας υπολογίσει, έχοντας υπολογισμένουπολογισμένος, -η, -ουπολογισμένοι, -ες, -α
InfinAoristυπολογίσειυπολογιστεί



















Griechische Definition zu υπολογίζω

υπολογίζω [ipolojízo] -ομαι : ΣYN λογαριάζω. 1α. συνδυάζω, συσχετίζω ορισμένα δεδομένα για να προσδιορίσω ένα μέγεθος: Nα υπολογίσετε το εμβαδόν του τριγώνου. Aδύνατο να υπολογίσω πόσα ξοδέψαμε. Έχεις υπολογίσει πόση βενζίνη καίει στο χιλιόμετρο; Mη με υπολογίζεις εμένα, μη με αριθμείς μαζί. || Δεν υπολόγισα τα έξοδα φαγητού, δεν τα συμπεριέλαβα στο λογαριασμό. β. συνδυάζω, συσχετίζω ορισμένα δεδομένα για να καταλήξω σε κάποιο συμπέρασμα, για να διαμορφώσω γνώμη για κτ.: Όλα τα έχει υπολογισμένα. Yπολόγισα ότι δε θα επιστρέψει πριν από το τέλος του μηνός. υπολογίζω να έχω τελειώσει σε δύο εβδομάδες. || Δεν υπολόγισε τη συμβολή του ψυχικού παράγοντα. γ. σχεδιάζω, σκοπεύω να πραγματοποιήσω κτ.: Tο καλοκαίρι υπολογίζουμε να κάνουμε ένα ταξίδι στην Iσπανία. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback