τονίζω  Verb  [tonizo, tonizw]

Ähnliche Bedeutung wie τονίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze τονίζω

... του, που τονίζουν τη σημασία των βυζαντινών στοιχείων στην τέχνη του. Άλλοι ερευνητές, με βάση τις γραπτές σημειώσεις του Γκρέκο, τονίζουν περισσότερο ...

... και της εν λόγω ταινίας, τη θεώρησε και εκείνος ακατάλληλη για το ρόλο τονίζοντας ότι ήταν ακατάλληλη όσον αφορά την ειλικρίνεια ή την ηλικία ή την αθωότητα ...

... πιστός σύμμαχος της Ρώμης, όπως υπήρξε στο παρελθόν και ο πατέρας του, τονίζοντας παράλληλα τις στρατιωτικές υπηρεσίες που παρείχε κατά τη διάρκεια των ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΤΟΝΙΖΩ
I stress
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τονίζωτονίζουμε, τονίζομετονίζομαιτονιζόμαστε
τονίζειςτονίζετετονίζεσαιτονίζεστε, τονιζόσαστε
τονίζειτονίζουν(ε)τονίζεταιτονίζονται
Imper
fekt
τόνιζατονίζαμετονιζόμουν(α)τονιζόμαστε, τονιζόμασταν
τόνιζεςτονίζατετονιζόσουν(α)τονιζόσαστε, τονιζόσασταν
τόνιζετόνιζαν, τονίζαν(ε)τονιζόταν(ε)τονίζονταν, τονιζόντανε, τονιζόντουσαν
Aoristτόνισατονίσαμετονίστηκατονιστήκαμε
τόνισεςτονίσατετονίστηκεςτονιστήκατε
τόνισετόνισαν, τονίσαν(ε)τονίστηκετονίστηκαν, τονιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω τονίσει
έχω τονισμένο
έχουμε τονίσει
έχουμε τονισμένο
έχω τονιστεί
είμαι τονισμένος, -η
έχουμε τονιστεί
είμαστε τονισμένοι, -ες
έχεις τονίσει
έχεις τονισμένο
έχετε τονίσει
έχετε τονισμένο
έχεις τονιστεί
είσαι τονισμένος, -η
έχετε τονιστεί
είστε τονισμένοι, -ες
έχει τονίσει
έχει τονισμένο
έχουν τονίσει
έχουν τονισμένο
έχει τονιστεί
είναι τονισμένος, -η, -ο
έχουν τονιστεί
είναι τονισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα τονίσει
είχα τονισμένο
είχαμε τονίσει
είχαμε τονισμένο
είχα τονιστεί
ήμουν τονισμένος, -η
είχαμε τονιστεί
ήμαστε τονισμένοι, -ες
είχες τονίσει
είχες τονισμένο
είχατε τονίσει
είχατε τονισμένο
είχες τονιστεί
ήσουν τονισμένος, -η
είχατε τονιστεί
ήσαστε τονισμένοι, -ες
είχε τονίσει
είχε τονισμένο
είχαν τονίσει
είχαν τονισμένο
είχε τονιστεί
ήταν τονισμένος, -η, -ο
είχαν τονιστεί
ήταν τονισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τονίζωθα τονίζουμε, θα τονίζομεθα τονίζομαιθα τονιζόμαστε
θα τονίζειςθα τονίζετεθα τονίζεσαιθα τονίζεστε, θα τονιζόσαστε
θα τονίζειθα τονίζουν(ε)θα τονίζεταιθα τονίζονται
Fut
ur
θα τονίσωθα τονίσουμε, θα τονίζομεθα τονιστώθα τονιστούμε
θα τονίσειςθα τονίσετεθα τονιστείςθα τονιστείτε
θα τονίσειθα τονίσουν(ε)θα τονιστείθα τονιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω τονίσει
θα έχω τονισμένο
θα έχουμε τονίσει
θα έχουμε τονισμένο
θα έχω τονιστεί
θα είμαι τονισμένος, -η
θα έχουμε τονιστεί
θα είμαστε τονισμένοι, -ες
θα έχεις τονίσει
θα έχεις τονισμένο
θα έχετε τονίσει
θα έχετε τονισμένο
θα έχεις τονιστεί
θα είσαι τονισμένος, -η
θα έχετε τονιστεί
θα είστε τονισμένοι, -ες
θα έχει τονίσει
θα έχει τονισμένο
θα έχουν τονίσει
θα έχουν τονισμένο
θα έχει τονιστεί
θα είναι τονισμένος, -η, -ο
θα έχουν τονιστεί
θα είναι τονισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τονίζωνα τονίζουμε, να τονίζομενα τονίζομαινα τονιζόμαστε
να τονίζειςνα τονίζετενα τονίζεσαινα τονίζεστε, να τονιζόσαστε
να τονίζεινα τονίζουν(ε)να τονίζεταινα τονίζονται
Aoristνα τονίσωνα τονίσουμε, να τονίσομενα τονιστώνα τονιστούμε
να τονίσειςνα τονίσετενα τονιστείςνα τονιστείτε
να τονίσεινα τονίσουν(ε)να τονιστείνα τονιστούν(ε)
Perfνα έχω τονίσει
να έχω τονισμένο
να έχουμε τονίσει
να έχουμε τονισμένο
να έχω τονιστεί
να είμαι τονισμένος, -η
να έχουμε τονιστεί
να είμαστε τονισμένοι, -ες
να έχεις τονίσει
να έχεις τονισμένο
να έχετε τονίσει
να έχετε τονισμένο
να έχεις τονιστεί
να είσαι τονισμένος, -η
να έχετε τονιστεί
να είστε τονισμένοι, -ες
να έχει τονίσει
να έχει τονισμένο
να έχουν τονίσει
να έχουν τονισμένο
να έχει τονιστεί
να είναι τονισμένος, -η, -ο
να έχουν τονιστεί
να είναι τονισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presτόνιζετονίζετετονίζεστε
Aoristτόνισετονίστετονίσουτονιστείτε
Part
izip
Presτονίζονταςτονιζόμενος
Perfέχοντας τονίσει, έχοντας τονισμένοτονισμένος, -η, -οτονισμένοι, -ες, -α
InfinAoristτονίσειτονιστεί










Griechische Definition zu τονίζω

τονίζω [tonízo] -ομαι : 1α. (γραμμ.) βάζω το σημείο του τόνου επάνω σε μια συλλαβή και προφέρω αυτή τη συλλαβή δυνατότερα από τις άλλες: Οι μονοσύλλαβες λέξεις δεν τονίζονται. Tονισμένη λέξη / συλλαβή. ANT άτονη. β. προφέρω πιο έντονα ορισμένες λέξεις ή συλλαβές, ανεξάρτητα από το γραμματικό τόνο, για να δώσω έμφαση: Mιλούσε τονίζοντας μια μια τις λέξεις του. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu τονίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15