συμφιλιώνω Verb  [simfiliono, symfiliwnw]

  Verb
(0)

Etymologie zu συμφιλιώνω

συμφιλιώνω Etymologie fehlt


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.


Grammatik

Grammatik zu συμφιλιώνω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συμφιλιώνωσυμφιλιώνουμε, συμφιλιώνομεσυμφιλιώνομαισυμφιλιωνόμαστε
συμφιλιώνειςσυμφιλιώνετεσυμφιλιώνεσαισυμφιλιώνεστε, συμφιλιωνόσαστε
συμφιλιώνεισυμφιλιώνουν(ε)συμφιλιώνεταισυμφιλιώνονται
Imper
fekt
συμφιλίωνασυμφιλιώναμεσυμφιλιωνόμουν(α)συμφιλιωνόμαστε, συμφιλιωνόμασταν
συμφιλίωνεςσυμφιλιώνατεσυμφιλιωνόσουν(α)συμφιλιωνόσαστε, συμφιλιωνόσασταν
συμφιλίωνεσυμφιλίωναν, συμφιλιώναν(ε)συμφιλιωνόταν(ε)συμφιλιώνονταν, συμφιλιωνόντανε, συμφιλιωνόντουσαν
Aoristσυμφιλίωσασυμφιλιώσαμεσυμφιλιώθηκασυμφιλιωθήκαμε
συμφιλίωσεςσυμφιλιώσατεσυμφιλιώθηκεςσυμφιλιωθήκατε
συμφιλίωσεσυμφιλίωσαν, συμφιλιώσαν(ε)συμφιλιώθηκεσυμφιλιώθηκαν, συμφιλιωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω συμφιλιώσει
έχω συμφιλιωμένο
έχουμε συμφιλιώσει
έχουμε συμφιλιωμένο
έχω συμφιλιωθεί
είμαι συμφιλιωμένος, -η
έχουμε συμφιλιωθεί
είμαστε συμφιλιωμένοι, -ες
έχεις συμφιλιώσει
έχεις συμφιλιωμένο
έχετε συμφιλιώσει
έχετε συμφιλιωμένο
έχεις συμφιλιωθεί
είσαι συμφιλιωμένος, -η
έχετε συμφιλιωθεί
είστε συμφιλιωμένοι, -ες
έχει συμφιλιώσει
έχει συμφιλιωμένο
έχουν συμφιλιώσει
έχουν συμφιλιωμένο
έχει συμφιλιωθεί
είναι συμφιλιωμένος, -η, -ο
έχουν συμφιλιωθεί
είναι συμφιλιωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα συμφιλιώσει
είχα συμφιλιωμένο
είχαμε συμφιλιώσει
είχαμε συμφιλιωμένο
είχα συμφιλιωθεί
ήμουν συμφιλιωμένος, -η
είχαμε συμφιλιωθεί
ήμαστε συμφιλιωμένοι, -ες
είχες συμφιλιώσει
είχες συμφιλιωμένο
είχατε συμφιλιώσει
είχατε συμφιλιωμένο
είχες συμφιλιωθεί
ήσουν συμφιλιωμένος, -η
είχατε συμφιλιωθεί
ήσαστε συμφιλιωμένοι, -ες
είχε συμφιλιώσει
είχε συμφιλιωμένο
είχαν συμφιλιώσει
είχαν συμφιλιωμένο
είχε συμφιλιωθεί
ήταν συμφιλιωμένος, -η, -ο
είχαν συμφιλιωθεί
ήταν συμφιλιωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συμφιλιώνωθα συμφιλιώνουμε, θα συμφιλιώνομεθα συμφιλιώνομαιθα συμφιλιωνόμαστε
θα συμφιλιώνειςθα συμφιλιώνετεθα συμφιλιώνεσαιθα συμφιλιώνεστε, θα συμφιλιωνόσαστε
θα συμφιλιώνειθα συμφιλιώνουν(ε)θα συμφιλιώνεταιθα συμφιλιώνονται
Fut
ur
θα συμφιλιώσωθα συμφιλιώσουμε, θα συμφιλιώσομεθα συμφιλιωθώθα συμφιλιωθούμε
θα συμφιλιώσειςθα συμφιλιώσετεθα συμφιλιωθείςθα συμφιλιωθείτε
θα συμφιλιώσειθα συμφιλιώσουνθα συμφιλιωθείθα συμφιλιωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συμφιλιώσει
θα έχω συμφιλιωμένο
θα έχουμε συμφιλιώσει
θα έχουμε συμφιλιωμένο
θα έχω συμφιλιωθεί
θα είμαι συμφιλιωμένος, -η
θα έχουμε συμφιλιωθεί
θα είμαστε συμφιλιωμένοι, -ες
θα έχεις συμφιλιώσει
θα έχεις συμφιλιωμένο
θα έχετε συμφιλιώσει
θα έχετε συμφιλιωμένο
θα έχεις συμφιλιωθεί
θα είσαι συμφιλιωμένος, -η
θα έχετε συμφιλιωθεί
θα είστε συμφιλιωμένοι, -ες
θα έχει συμφιλιώσει
θα έχει συμφιλιωμένο
θα έχουν συμφιλιώσει
θα έχουν συμφιλιωμένο
θα έχει συμφιλιωθεί
θα είναι συμφιλιωμένος, -η, -ο
θα έχουν συμφιλιωθεί
θα είναι συμφιλιωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συμφιλιώνωνα συμφιλιώνουμε, να συμφιλιώνομενα συμφιλιώνομαινα συμφιλιωνόμαστε
να συμφιλιώνειςνα συμφιλιώνετενα συμφιλιώνεσαινα συμφιλιώνεστε, να συμφιλιωνόσαστε
να συμφιλιώνεινα συμφιλιώνουν(ε)να συμφιλιώνεταινα συμφιλιώνονται
Aoristνα συμφιλιώσωνα συμφιλιώσουμε, να συμφιλιώσομενα συμφιλιωθώνα συμφιλιωθούμε
να συμφιλιώσειςνα συμφιλιώσετενα συμφιλιωθείςνα συμφιλιωθείτε
να συμφιλιώσεινα συμφιλιώσουν(ε)να συμφιλιωθείνα συμφιλιωθούν(ε)
Perfνα έχω συμφιλιώσει
να έχω συμφιλιωμένο
να έχουμε συμφιλιώσει
να έχουμε συμφιλιωμένο
να έχω συμφιλιωθεί
να είμαι συμφιλιωμένος, -η
να έχουμε συμφιλιωθεί
να είμαστε συμφιλιωμένοι, -ες
να έχεις συμφιλιώσει
να έχεις συμφιλιωμένο
να έχετε συμφιλιώσει
να έχετε συμφιλιωμένο
να έχεις συμφιλιωθεί
να είσαι συμφιλιωμένος, -η
να έχετε συμφιλιωθεί
να είστε συμφιλιωμένοι, -ες
να έχει συμφιλιώσει
να έχει συμφιλιωμένο
να έχουν συμφιλιώσει
να έχουν συμφιλιωμένο
να έχει συμφιλιωθεί
να είναι συμφιλιωμένος, -η, -ο
να έχουν συμφιλιωθεί
να είναι συμφιλιωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσυμφιλίωνεσυμφιλιώνετεσυμφιλιώνεστε
Aoristσυμφιλίωσεσυμφιλιώστε, συμφιλιώσετεσυμφιλιώσουσυμφιλιωθείτε
Part
izip
Presσυμφιλιώνοντας
Perfέχοντας συμφιλιώσει, έχοντας συμφιλιωμένοσυμφιλιωμένος, -η, -οσυμφιλιωμένοι, -ες, -α
InfinAoristσυμφιλιώσεισυμφιλιωθεί





Griechische Definition zu συμφιλιώνω

συμφιλιώνω [simfidivóno] -ομαι : 1.μεσολαβώ και πετυχαίνω να αποκατασταθούν οι καλές σχέσεις που συνέδεαν άτομα ή ομάδες και οι οποίες είχαν διαταραχτεί: H μητέρα επεμβαίνει και συμφιλιώνει τα παιδιά όταν μαλώνουν. Έγινε προσπάθεια να συμφιλιωθούν οι αντιμαχόμενες παρατάξεις. Πολλά ζευγάρια που βρίσκονται σε διάσταση τελικά συμφιλιώνονται. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback