συμφιλιώνω  Verb  [simfiliono, symfiliwnw]


Beispielsätze συμφιλιώνω

... μαγικά που τον είχαν μεταμορφώσει. Ο βασιλιάς αποδέχεται το γάμο και συμφιλιώνεται με τον Ερωτόκριτο και τον πατέρα του και ο Ερωτόκριτος ανεβαίνει στο ...

... και πηγαίνει στο ξενοδοχείο όπου βρίσκεται η μητέρα της, με την οποία συμφιλιώνεται ως ένα βαθμό. Ο Άρης επιστρέφει για να πάρει τη Ζωή μαζί του, αλλά τον ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze sympathisieren

... Republikanern sympathisieren und Gold für die republikanische Sache in Verwahrung haben. Hinter diesem Gold ist der jähzornige Angestellte Jacinto her ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΥΜΦΙΛΙΩΝΩ
I reconcile
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συμφιλιώνωσυμφιλιώνουμε, συμφιλιώνομεσυμφιλιώνομαισυμφιλιωνόμαστε
συμφιλιώνειςσυμφιλιώνετεσυμφιλιώνεσαισυμφιλιώνεστε, συμφιλιωνόσαστε
συμφιλιώνεισυμφιλιώνουν(ε)συμφιλιώνεταισυμφιλιώνονται
Imper
fekt
συμφιλίωνασυμφιλιώναμεσυμφιλιωνόμουν(α)συμφιλιωνόμαστε, συμφιλιωνόμασταν
συμφιλίωνεςσυμφιλιώνατεσυμφιλιωνόσουν(α)συμφιλιωνόσαστε, συμφιλιωνόσασταν
συμφιλίωνεσυμφιλίωναν, συμφιλιώναν(ε)συμφιλιωνόταν(ε)συμφιλιώνονταν, συμφιλιωνόντανε, συμφιλιωνόντουσαν
Aoristσυμφιλίωσασυμφιλιώσαμεσυμφιλιώθηκασυμφιλιωθήκαμε
συμφιλίωσεςσυμφιλιώσατεσυμφιλιώθηκεςσυμφιλιωθήκατε
συμφιλίωσεσυμφιλίωσαν, συμφιλιώσαν(ε)συμφιλιώθηκεσυμφιλιώθηκαν, συμφιλιωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω συμφιλιώσει
έχω συμφιλιωμένο
έχουμε συμφιλιώσει
έχουμε συμφιλιωμένο
έχω συμφιλιωθεί
είμαι συμφιλιωμένος, -η
έχουμε συμφιλιωθεί
είμαστε συμφιλιωμένοι, -ες
έχεις συμφιλιώσει
έχεις συμφιλιωμένο
έχετε συμφιλιώσει
έχετε συμφιλιωμένο
έχεις συμφιλιωθεί
είσαι συμφιλιωμένος, -η
έχετε συμφιλιωθεί
είστε συμφιλιωμένοι, -ες
έχει συμφιλιώσει
έχει συμφιλιωμένο
έχουν συμφιλιώσει
έχουν συμφιλιωμένο
έχει συμφιλιωθεί
είναι συμφιλιωμένος, -η, -ο
έχουν συμφιλιωθεί
είναι συμφιλιωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα συμφιλιώσει
είχα συμφιλιωμένο
είχαμε συμφιλιώσει
είχαμε συμφιλιωμένο
είχα συμφιλιωθεί
ήμουν συμφιλιωμένος, -η
είχαμε συμφιλιωθεί
ήμαστε συμφιλιωμένοι, -ες
είχες συμφιλιώσει
είχες συμφιλιωμένο
είχατε συμφιλιώσει
είχατε συμφιλιωμένο
είχες συμφιλιωθεί
ήσουν συμφιλιωμένος, -η
είχατε συμφιλιωθεί
ήσαστε συμφιλιωμένοι, -ες
είχε συμφιλιώσει
είχε συμφιλιωμένο
είχαν συμφιλιώσει
είχαν συμφιλιωμένο
είχε συμφιλιωθεί
ήταν συμφιλιωμένος, -η, -ο
είχαν συμφιλιωθεί
ήταν συμφιλιωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συμφιλιώνωθα συμφιλιώνουμε, θα συμφιλιώνομεθα συμφιλιώνομαιθα συμφιλιωνόμαστε
θα συμφιλιώνειςθα συμφιλιώνετεθα συμφιλιώνεσαιθα συμφιλιώνεστε, θα συμφιλιωνόσαστε
θα συμφιλιώνειθα συμφιλιώνουν(ε)θα συμφιλιώνεταιθα συμφιλιώνονται
Fut
ur
θα συμφιλιώσωθα συμφιλιώσουμε, θα συμφιλιώσομεθα συμφιλιωθώθα συμφιλιωθούμε
θα συμφιλιώσειςθα συμφιλιώσετεθα συμφιλιωθείςθα συμφιλιωθείτε
θα συμφιλιώσειθα συμφιλιώσουνθα συμφιλιωθείθα συμφιλιωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συμφιλιώσει
θα έχω συμφιλιωμένο
θα έχουμε συμφιλιώσει
θα έχουμε συμφιλιωμένο
θα έχω συμφιλιωθεί
θα είμαι συμφιλιωμένος, -η
θα έχουμε συμφιλιωθεί
θα είμαστε συμφιλιωμένοι, -ες
θα έχεις συμφιλιώσει
θα έχεις συμφιλιωμένο
θα έχετε συμφιλιώσει
θα έχετε συμφιλιωμένο
θα έχεις συμφιλιωθεί
θα είσαι συμφιλιωμένος, -η
θα έχετε συμφιλιωθεί
θα είστε συμφιλιωμένοι, -ες
θα έχει συμφιλιώσει
θα έχει συμφιλιωμένο
θα έχουν συμφιλιώσει
θα έχουν συμφιλιωμένο
θα έχει συμφιλιωθεί
θα είναι συμφιλιωμένος, -η, -ο
θα έχουν συμφιλιωθεί
θα είναι συμφιλιωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συμφιλιώνωνα συμφιλιώνουμε, να συμφιλιώνομενα συμφιλιώνομαινα συμφιλιωνόμαστε
να συμφιλιώνειςνα συμφιλιώνετενα συμφιλιώνεσαινα συμφιλιώνεστε, να συμφιλιωνόσαστε
να συμφιλιώνεινα συμφιλιώνουν(ε)να συμφιλιώνεταινα συμφιλιώνονται
Aoristνα συμφιλιώσωνα συμφιλιώσουμε, να συμφιλιώσομενα συμφιλιωθώνα συμφιλιωθούμε
να συμφιλιώσειςνα συμφιλιώσετενα συμφιλιωθείςνα συμφιλιωθείτε
να συμφιλιώσεινα συμφιλιώσουν(ε)να συμφιλιωθείνα συμφιλιωθούν(ε)
Perfνα έχω συμφιλιώσει
να έχω συμφιλιωμένο
να έχουμε συμφιλιώσει
να έχουμε συμφιλιωμένο
να έχω συμφιλιωθεί
να είμαι συμφιλιωμένος, -η
να έχουμε συμφιλιωθεί
να είμαστε συμφιλιωμένοι, -ες
να έχεις συμφιλιώσει
να έχεις συμφιλιωμένο
να έχετε συμφιλιώσει
να έχετε συμφιλιωμένο
να έχεις συμφιλιωθεί
να είσαι συμφιλιωμένος, -η
να έχετε συμφιλιωθεί
να είστε συμφιλιωμένοι, -ες
να έχει συμφιλιώσει
να έχει συμφιλιωμένο
να έχουν συμφιλιώσει
να έχουν συμφιλιωμένο
να έχει συμφιλιωθεί
να είναι συμφιλιωμένος, -η, -ο
να έχουν συμφιλιωθεί
να είναι συμφιλιωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσυμφιλίωνεσυμφιλιώνετεσυμφιλιώνεστε
Aoristσυμφιλίωσεσυμφιλιώστε, συμφιλιώσετεσυμφιλιώσουσυμφιλιωθείτε
Part
izip
Presσυμφιλιώνοντας
Perfέχοντας συμφιλιώσει, έχοντας συμφιλιωμένοσυμφιλιωμένος, -η, -οσυμφιλιωμένοι, -ες, -α
InfinAoristσυμφιλιώσεισυμφιλιωθεί




Griechische Definition zu συμφιλιώνω

συμφιλιώνω [simfidivóno] -ομαι : 1.μεσολαβώ και πετυχαίνω να αποκατασταθούν οι καλές σχέσεις που συνέδεαν άτομα ή ομάδες και οι οποίες είχαν διαταραχτεί: H μητέρα επεμβαίνει και συμφιλιώνει τα παιδιά όταν μαλώνουν. Έγινε προσπάθεια να συμφιλιωθούν οι αντιμαχόμενες παρατάξεις. Πολλά ζευγάρια που βρίσκονται σε διάσταση τελικά συμφιλιώνονται. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συμφιλιώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15