συμμετέχω  Verb  [simmetecho, symmetexw]


Beispielsätze συμμετέχω

... Εγώ δε συμμετέχω σ'αυτό ! ...

Quelle: Tamy


Beispielsätze teilnehmen

... Ich bin sicher, dass er an dem Wettbewerb teilnehmen wird. ...

... Danke dafür, dass du mich an das Treffen erinnert hast, an dem ich teilnehmen muss. ...

... Ich wünschte, dass du auch an unserem kleinen Fest teilnehmen würdest. ...

Quelle: MUIRIEL, virgil, Esperantostern

Grammatik


ΣΥΜΜΕΤΕΧΩ
I participate
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συμμετέχω, exw>έχωσυμμετέχουμε, συμμετέχομε
συμμετέχειςσυμμετέχετε
συμμετέχεισυμμετέχουν(ε)
Imper
fekt
συμμετείχασυμμετείχαμε
συμμετείχεςσυμμετείχατε
συμμετείχεσυμμετείχαν(ε)
Aorist(συμμετείχα)(συμμετείχαμε)
(συμμετείχες)(συμμετείχατε)
(συμμετείχε)(συμμετείχαν(ε))
Per
fect
έχω συμμετάσχειέχουμε συμμετάσχει
έχεις συμμετάσχειέχετε συμμετάσχει
έχει συμμετάσχειέχουν συμμετάσχει
Plu
per
fect
είχα συμμετάσχειείχαμε συμμετάσχει
είχες συμμετάσχειείχατε συμμετάσχει
είχε συμμετάσχειείχαν συμμετάσχει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συμμετέχωθα συμμετέχουμε, θα συμμετέχομε
θα συμμετέχειςθα συμμετέχετε
θα συμμετέχειθα συμμετέχουν(ε)
Fut
ur
θα συμμετάσχωθα συμμετάσχουμε, θα συμμετάσχομε
θα συμμετάσχειςθα συμμετάσχετε
θα συμμετάσχειθα συμμετάσχουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συμμετάσχειθα έχουμε συμμετάσχει
θα έχεις συμμετάσχειθα έχετε συμμετάσχει
θα έχει συμμετάσχειθα έχουν συμμετάσχει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συμμετέχωνα συμμετέχουμε, να συμμετέχομε
να συμμετέχειςνα συμμετέχετε
να συμμετέχεινα συμμετέχουν(ε)
Aoristνα συμμετάσχωνα συμμετάσχουμε, να συμμετάσχομε
να συμμετάσχειςνα συμμετάσχετε
να συμμετάσχεινα συμμετάσχουν(ε)
Perfνα έχω συμμετάσχεινα έχουμε συμμετάσχει
να έχεις συμμετάσχεινα έχετε συμμετάσχει
να έχει συμμετάσχεινα έχουν συμμετάσχει
Imper
ativ
Presσυμμετέχετε
Aoristσυμμετάσχετε
Part
izip
Presσυμμετέχοντας
Perfέχοντας συμμετάσχει
InfinAoristσυμμετάσχει








Griechische Definition zu συμμετέχω

συμμετέχω [simetéxo] Ρ (βλ. μετέχω) : 1α.παίρνω μέρος σε κάποια δραστηριότητα σε συνεργασία με άλλους, με την προσωπική εκτέλεση ενός έργου ή με την υλική, ηθική ή πνευματική προσφορά μου: Συμμετέσχε στο β' παγκόσμιο πόλεμο / σε όλους τους κοινωνικούς αγώνες. Στην κατασκευή του αεροδρομίου συμμετέχουν και ξένες εταιρείες. Στην επιχείρηση θα συμμετάσχει με δύο εκατομμύρια. Στην εκδήλωση θα συμμετάσχουν πολλοί καλλιτέχνες. Στη συζήτηση συμμετέχουν όλοι οι ακροατές. Οι μαθητές συμμετέχουν στο μάθημα (με ερωτήσεις και με παρατηρήσεις). || συμμετέχω στα κέρδη / στις ζημίες. β. είμαι παρών σε κάποια εκδήλωση, σε κάποιο γεγονός: Στη γιορτή / στην εκδρομή / στη θεατρική παράσταση συμμετείχαν όλοι οι μαθητές. γ. για πράγμα ή αφηρημένο ουσιαστικό που επιδρά, μαζί με άλλους παράγοντες, θετικά ή αρνητικά σε κτ.: Tα αυτοκίνητα συμμετέχουν σε μεγάλο ποσοστό στη ρύπανση της ατμόσφαιρας. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συμμετέχω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15