στηρίζω  Verb  [stirizo, sthrizw]

Ähnliche Bedeutung wie στηρίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze στηρίζω

... Τσαλδάρη κ.α. όπου αποφασίστηκε η δημιουργία μιας πολιτικής ομάδας που θα στηριζόταν σε κοινή ιδεολογία. Στις εκλογές του Μαρτίου 1912 ο Γούναρης μόλις και ...

... κυκλοφορούν ένα ή περισσότερα φανζίν. Μια κινηματογραφική ταινία που στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα είναι η ταινία του 1981, «Escape to Victory» («Η ...

... ούτε ο λαός ούτε η λογοτεχνία. Υποστηρίζει μια λογοτεχνική γλώσσα που θα στηρίζεται στη γλώσσα του λαού, αλλά βέβαια θα είναι επεξεργασμένη από τον ποιητή ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze untermauern

... Anstatt auf diese beiden Berichte einzugehen, werde ich daher mit einigen wenigen Worten die in ihnen enthaltenen Argumente zu untermauern versuchen. ...

... Ich hoffe, dass du deine Behauptungen auch mit Beweisen untermauern kannst. ...

... Mit ESPERANTO - einfacher geht es nicht, die verschiedensten Sprachgruppen und Kulturen zu einem friedlichen weltweiten Wissensaustausch zu führen oder die Nationslosigkeit der Wissenschaft weiter zu untermauern oder ganz einfach Freunde zu finden. ...

Quelle: xtofu80, Pfirsichbaeumchen, Esperantostern

Grammatik


ΣΤΗΡΙΖΩ
I support
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
στηρίζωστηρίζουμε, στηρίζομεστηρίζομαιστηριζόμαστε
στηρίζειςστηρίζετεστηρίζεσαιστηρίζεστε, στηριζόσαστε
στηρίζειστηρίζουν(ε)στηρίζεταιστηρίζονται
Imper
fekt
στήριζαστηρίζαμεστηριζόμουν(α)στηριζόμαστε, στηριζόμασταν
στήριζεςστηρίζατεστηριζόσουν(α)στηριζόσαστε, στηριζόσασταν
στήριζεστήριζαν, στηρίζαν(ε)στηριζόταν(ε)στηρίζονταν, στηριζόντανε, στηριζόντουσαν
Aoristστήριξαστηρίξαμεστηρίχτηκα, στηρίχθηκαστηριχτήκαμε, στηριχθήκαμε
στήριξεςστηρίξατεστηρίχτηκες, στηρίχθηκεςστηριχτήκατε, στηριχθήκατε
στήριξεστήριξαν, στηρίξαν(ε)στηρίχτηκε, στηρίχθηκεστηρίχτηκαν, στηριχτήκαν(ε)
στηρίχθηκαν, στηριχθήκαν(ε)
Per
fect
έχω στηρίξει
έχω στηριγμένο
έχουμε στηρίξει
έχουμε στηριγμένο
έχω στηριχτεί
έχω στηριχθεί
είμαι στηριγμένος, -η
έχουμε στηριχτεί
έχουμε στηριχθεί
είμαστε στηριγμένοι, -ες
έχεις στηρίξει
έχεις στηριγμένο
έχετε στηρίξει
έχετε στηριγμένο
έχεις στηριχτεί
έχεις στηριχθεί
είσαι στηριγμένος, -η
έχετε στηριχτεί
έχετε στηριχθεί
είστε στηριγμένοι, -ες
έχει στηρίξει
έχει στηριγμένο
έχουν στηρίξει
έχουν στηριγμένο
έχει στηριχτεί
έχει στηριχθεί
είναι στηριγμένος, -η, -ο
έχουν στηριχτεί
έχουν στηριχθεί
είναι στηριγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα στηρίξει
είχα στηριγμένο
είχαμε στηρίξει
είχαμε στηριγμένο
είχα στηριχτεί
είχα στηριχθεί
ήμουν στηριγμένος, -η
είχαμε στηριχτεί
είχαμε στηριχθεί
ήμαστε στηριγμένοι, -ες
είχες στηρίξει
είχες στηριγμένο
είχατε στηρίξει
είχατε στηριγμένο
είχες στηριχτεί
είχες στηριχθεί
ήσουν στηριγμένος, -η
είχατε στηριχτεί
είχατε στηριχθεί
ήσαστε στηριγμένοι, -ες
είχε στηρίξει
είχε στηριγμένο
είχαν στηρίξει
είχαν στηριγμένο
είχε στηριχτεί
είχε στηριχθεί
ήταν στηριγμένος, -η, -ο
είχαν στηριχτεί
είχαν στηριχθεί
ήταν στηριγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα στηρίζωθα στηρίζουμε, θα στηρίζομεθα στηρίζομαιθα στηριζόμαστε
θα στηρίζειςθα στηρίζετεθα στηρίζεσαιθα στηρίζεστε, θα στηριζόσαστε
θα στηρίζειθα στηρίζουν(ε)θα στηρίζεταιθα στηρίζονται
Fut
ur
θα στηρίξωθα στηρίξουμε, θα στηρίξομεθα στηριχτώθα στηριχτούμε
θα στηρίξειςθα στηρίξετεθα στηριχτείςθα στηριχτείτε
θα στηρίξειθα στηρίξουν(ε)θα στηριχτείθα στηριχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω στηρίξει
θα έχω στηριγμένο
θα έχουμε στηρίξει
θα έχουμε στηριγμένο
θα έχω στηριχτεί
θα έχω στηριχθεί
θα είμαι στηριγμένος, -η
θα έχουμε στηριχτεί
θα έχουμε στηριχθεί
θα είμαστε στηριγμένοι, -ες
θα έχεις στηρίξει
θα έχεις στηριγμένο
θα έχετε στηρίξει
θα έχετε στηριγμένο
θα έχεις στηριχτεί
θα έχεις στηριχθεί
θα είσαι στηριγμένος, -η
θα έχετε στηριχτεί
θα έχετε στηριχθεί
θα είστε στηριγμένοι, -ες
θα έχει στηρίξει
θα έχει στηριγμένο
θα έχουν στηρίξει
θα έχουν στηριγμένο
θα έχει στηριχτεί
θα έχει στηριχθεί
θα είναι στηριγμένος, -η, -ο
θα έχουν στηριχτεί
θα έχουν στηριχθεί
θα είναι στηριγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να στηρίζωνα στηρίζουμε, να στηρίζομενα στηρίζομαινα στηριζόμαστε
να στηρίζειςνα στηρίζετενα στηρίζεσαινα στηρίζεστε, να στηριζόσαστε
να στηρίζεινα στηρίζουν(ε)να στηρίζεταινα στηρίζονται
Aoristνα στηρίξωνα στηρίξουμε, να στηρίξομενα στηριχτώνα στηριχτούμε
να στηρίξειςνα στηρίξετενα στηριχτείςνα στηριχτείτε
να στηρίξεινα στηρίξουν(ε)να στηριχτείνα στηριχτούν(ε)
Perf να έχω στηρίξει
να έχω στηριγμένο
να έχουμε στηρίξει
να έχουμε στηριγμένο
να έχω στηριχτεί
να έχω στηριχθεί
να είμαι στηριγμένος, -η
να έχουμε στηριχτεί
να έχουμε στηριχθεί
να είμαστε στηριγμένοι, -ες
να έχεις στηρίξει
να έχεις στηριγμένο
να έχετε στηρίξει
να έχετε στηριγμένο
να έχεις στηριχτεί
να έχεις στηριχθεί
να είσαι στηριγμένος, -η
να έχετε στηριχτεί
να έχετε στηριχθεί
να είστε στηριγμένοι, -ες
να έχει στηρίξει
να έχει στηριγμένο
να έχουν στηρίξει
να έχουν στηριγμένο
να έχει στηριχτεί
να έχει στηριχθεί
να είναι στηριγμένος, -η, -ο
να έχουν στηριχτεί
να έχουν στηριχθεί
να είναι στηριγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presστήριζεστηρίζετεστηρίζεστε
Aoristστήριξεστηρίξτε, στηρίχτεστηρίξουστηριχτείτε
Part
izip
Presστηρίζοντας
Perfέχοντας στηρίξει, έχοντας στηριγμένοστηριγμένος, -η, -οστηριγμένοι, -ες, -α
InfinAoristστηρίξειστηριχτεί, στηριχθεί









Person Wortform
Präsens ich lehne
du lehnst
er, sie, es lehnt
Präteritum ich lehnte
Konjunktiv II ich lehnte
Imperativ Singular lehn!
lehne!
Plural lehnt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gelehnt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:lehnen






Griechische Definition zu στηρίζω

στηρίζω [stirízo] -ομαι : 1α. κρατώ κτ. σταθερό, όρθιο, το στερεώνω έτσι ώστε να διατηρεί την ισορροπία του: Στήριξε τη σκάλα / την ομπρέλα του / το σώμα του στον τοίχο, ακούμπησε. Kολόνες στηρίζουν τη γέφυρα. Ο τρούλος στηρίζεται σε τόξα. Tο σπίτι είναι στηριγμένο σε γερά θεμέλια. || Tα νεογέννητα δε στηρίζουν καλά το κεφάλι τους. ΦΡ στέκεται / στηρίζεται στον αέρα*. β. βοηθώ κπ. να σταθεί όρθιος ή να κρατήσει σε όρθια θέση το σώμα του: Tον στήριξα με τα χέρια μου για να μην πέσει. Tο μωρό στηρίζεται από τη / στη μητέρα για να περπατήσει. Στηρίξου επάνω μου, ακούμπησε επάνω μου. || (παθ.) διατηρώ την ισορροπία μου: Δε στηρίζεται καλά, γιατί τρέμουν τα πόδια του. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu στηρίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15