στερεώνω  Verb  [stereono, sterewnw]

Ähnliche Bedeutung wie στερεώνω


Beispielsätze στερεώνω

... τη μεμβράνη. Το ντέφι παίζεται με διάφορους τρόπους: Κρατώντας το ή στερεώνοντάς το σε μια βάση, χτυπώντας το με το χέρι ή κάποιο ξύλο, κουνώντας το, ...

... που έχουν ολκωτά σέλματα (κινητούς πάγκους) και φορητούς σκαρμούς που στερεώνονται στα πλευρά. Η λαϊκή κωπηλασία εκτελείται με σκάφη που έχουν ακίνητα σέλματα ...

... οχήματος. Τα μικρά οχήματα έχουν ζάντα σταθερών χειλέων, ανάμεσα στα οποία στερεώνονται τα άκρα του ελαστικού, ενώ στα μεγαλύτερα και βαρύτερα οχήματα η ζάντα ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΤΕΡΕΩΝΩ
I fasten
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
στερεώνωστερεώνουμε, στερεώνομεστερεώνομαιστερεωνόμαστε
στερεώνειςστερεώνετεστερεώνεσαιστερεώνεστε, στερεωνόσαστε
στερεώνειστερεώνουν(ε)στερεώνεταιστερεώνονται
Imper
fekt
στερέωναστερεώναμεστερεωνόμουν(α)στερεωνόμαστε, στερεωνόμασταν
στερέωνεςστερεώνατεστερεωνόσουν(α)στερεωνόσαστε, στερεωνόσασταν
στερέωνεστερέωναν, στερεώναν(ε)στερεωνόταν(ε)στερεώνονταν, στερεωνόντανε, στερεωνόντουσαν
Aoristστερέωσαστερεώσαμεστερεώθηκαστερεωθήκαμε
στερέωσεςστερεώσατεστερεώθηκεςστερεωθήκατε
στερέωσεστερέωσαν, στερεώσαν(ε)στερεώθηκεστερεώθηκαν, στερεωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω στερεώσει
έχω στερεωμένο
έχουμε στερεώσει
έχουμε στερεωμένο
έχω στερεωθεί
είμαι στερεωμένος, -η
έχουμε στερεωθεί
είμαστε στερεωμένοι, -ες
έχεις στερεώσει
έχεις στερεωμένο
έχετε στερεώσει
έχετε στερεωμένο
έχεις στερεωθεί
είσαι στερεωμένος, -η
έχετε στερεωθεί
είστε στερεωμένοι, -ες
έχει στερεώσει
έχει στερεωμένο
έχουν στερεώσει
έχουν στερεωμένο
έχει στερεωθεί
είναι στερεωμένος, -η, -ο
έχουν στερεωθεί
είναι στερεωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα στερεώσει
είχα στερεωμένο
είχαμε στερεώσει
είχαμε στερεωμένο
είχα στερεωθεί
ήμουν στερεωμένος, -η
είχαμε στερεωθεί
ήμαστε στερεωμένοι, -ες
είχες στερεώσει
είχες στερεωμένο
είχατε στερεώσει
είχατε στερεωμένο
είχες στερεωθεί
ήσουν στερεωμένος, -η
είχατε στερεωθεί
ήσαστε στερεωμένοι, -ες
είχε στερεώσει
είχε στερεωμένο
είχαν στερεώσει
είχαν στερεωμένο
είχε στερεωθεί
ήταν στερεωμένος, -η, -ο
είχαν στερεωθεί
ήταν στερεωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα στερεώνωθα στερεώνουμε, θα στερεώνομεθα στερεώνομαιθα στερεωνόμαστε
θα στερεώνειςθα στερεώνετεθα στερεώνεσαιθα στερεώνεστε, θα στερεωνόσαστε
θα στερεώνειθα στερεώνουν(ε)θα στερεώνεταιθα στερεώνονται
Fut
ur
θα στερεώσωθα στερεώσουμε, θα στερεώσομεθα στερεωθώθα στερεωθούμε
θα στερεώσειςθα στερεώσετεθα στερεωθείςθα στερεωθείτε
θα στερεώσειθα στερεώσουνθα στερεωθείθα στερεωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω στερεώσει
θα έχω στερεωμένο
θα έχουμε στερεώσει
θα έχουμε στερεωμένο
θα έχω στερεωθεί
θα είμαι στερεωμένος, -η
θα έχουμε στερεωθεί
θα είμαστε στερεωμένοι, -ες
θα έχεις στερεώσει
θα έχεις στερεωμένο
θα έχετε στερεώσει
θα έχετε στερεωμένο
θα έχεις στερεωθεί
θα είσαι στερεωμένος, -η
θα έχετε στερεωθεί
θα είστε στερεωμένοι, -ες
θα έχει στερεώσει
θα έχει στερεωμένο
θα έχουν στερεώσει
θα έχουν στερεωμένο
θα έχει στερεωθεί
θα είναι στερεωμένος, -η, -ο
θα έχουν στερεωθεί
θα είναι στερεωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να στερεώνωνα στερεώνουμε, να στερεώνομενα στερεώνομαινα στερεωνόμαστε
να στερεώνειςνα στερεώνετενα στερεώνεσαινα στερεώνεστε, να στερεωνόσαστε
να στερεώνεινα στερεώνουν(ε)να στερεώνεταινα στερεώνονται
Aoristνα στερεώσωνα στερεώσουμε, να στερεώσομενα στερεωθώνα στερεωθούμε
να στερεώσειςνα στερεώσετενα στερεωθείςνα στερεωθείτε
να στερεώσεινα στερεώσουν(ε)να στερεωθείνα στερεωθούν(ε)
Perfνα έχω στερεώσει
να έχω στερεωμένο
να έχουμε στερεώσει
να έχουμε στερεωμένο
να έχω στερεωθεί
να είμαι στερεωμένος, -η
να έχουμε στερεωθεί
να είμαστε στερεωμένοι, -ες
να έχεις στερεώσει
να έχεις στερεωμένο
να έχετε στερεώσει
να έχετε στερεωμένο
να έχεις στερεωθεί
να είσαι στερεωμένος, -η
να έχετε στερεωθεί
να είστε στερεωμένοι, -ες
να έχει στερεώσει
να έχει στερεωμένο
να έχουν στερεώσει
να έχουν στερεωμένο
να έχει στερεωθεί
να είναι στερεωμένος, -η, -ο
να έχουν στερεωθεί
να είναι στερεωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presστερέωνεστερεώνετεστερεώνεστε
Aoristστερέωσεστερεώστε, στερεώσετεστερεώσουστερεωθείτε
Part
izip
Presστερεώνοντας
Perfέχοντας στερεώσει, έχοντας στερεωμένοστερεωμένος, -η, -οστερεωμένοι, -ες, -α
InfinAoristστερεώσειστερεωθεί










Griechische Definition zu στερεώνω

στερεώνω [stereóno] -ομαι : 1. ενεργώ έτσι ώστε κτ. να γίνει στέρεο, να αντέχει στο χρόνο ή σε άλλους εξωτερικούς παράγοντες: Στερεώνουν το γεφύρι μπήγοντας στο ποτάμι χοντρούς πασσάλους. || στηρίζω, σταθεροποιώ: Στερεώνουν την οροφή της σήραγγας με μπετόν αρμέ. Πινακίδα στερεωμένη με καρφιά σ΄ έναν τοίχο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu στερεώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15