festigen
 Verb

στερεώνω Verb
(0)
κατοχυρώνω Verb
(0)
σταθεροποιώ Verb
(0)
εμπεδώνω Verb
(0)
στερεοποιώ Verb
(0)
DeutschGriechisch
Byams Rückkehr, Eure Majestät, würde diesen Respekt festigen.Δινοντας χαρη στον Μπαϊαμ, θα επιβεβαιωσετε αυτη την κατανοηση.

Übersetzung nicht bestätigt

Dieses historische Treffen wird die Freundschaft zwischen den beiden Diktatoren zusätzlich festigen.Αυτή η ιστορική συνάντηση στερεώνει την παλιά φιλία του Αρχηγού μας με τον δικτάτορα της Βακτηρίας.

Übersetzung nicht bestätigt

Unsere einzige Chance, mehr darüber zu lernen, ist, unsere Beziehungen mit einflussreichen Amerikanern zu festigen.Λέω απέλπιδα, διότι έχουμε πολλά να μάθουμε. Μας ζηλεύουν άτομα που θέλουν γη... επειδή καλλιεργούμε αμπέλια και ελιές σ' αυτή την εύφορη γη.

Übersetzung nicht bestätigt

Er scheint seine Macht zu festigen.Μας έχει στο χέρι.

Übersetzung nicht bestätigt

Ich glaube, sie waren Zeuge eines rituellen Abschlachtens um die Gesellschaft zu festigen, indem man sie von Mutationen befreite.Νομίζω ότι έχωμε γίνη μάρτυρες μίας θρησκευτικής τελετουργικής σφαγής, για να διατηρηθή μία αμετάβλητος κοινωνία, για να εκκαθαρίση από τις μεταλλάξεις.

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
στερεώνωστερεώνουμε, στερεώνομεστερεώνομαιστερεωνόμαστε
στερεώνειςστερεώνετεστερεώνεσαιστερεώνεστε, στερεωνόσαστε
στερεώνειστερεώνουν(ε)στερεώνεταιστερεώνονται
Imper
fekt
στερέωναστερεώναμεστερεωνόμουν(α)στερεωνόμαστε, στερεωνόμασταν
στερέωνεςστερεώνατεστερεωνόσουν(α)στερεωνόσαστε, στερεωνόσασταν
στερέωνεστερέωναν, στερεώναν(ε)στερεωνόταν(ε)στερεώνονταν, στερεωνόντανε, στερεωνόντουσαν
Aoristστερέωσαστερεώσαμεστερεώθηκαστερεωθήκαμε
στερέωσεςστερεώσατεστερεώθηκεςστερεωθήκατε
στερέωσεστερέωσαν, στερεώσαν(ε)στερεώθηκεστερεώθηκαν, στερεωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω στερεώσει
έχω στερεωμένο
έχουμε στερεώσει
έχουμε στερεωμένο
έχω στερεωθεί
είμαι στερεωμένος, -η
έχουμε στερεωθεί
είμαστε στερεωμένοι, -ες
έχεις στερεώσει
έχεις στερεωμένο
έχετε στερεώσει
έχετε στερεωμένο
έχεις στερεωθεί
είσαι στερεωμένος, -η
έχετε στερεωθεί
είστε στερεωμένοι, -ες
έχει στερεώσει
έχει στερεωμένο
έχουν στερεώσει
έχουν στερεωμένο
έχει στερεωθεί
είναι στερεωμένος, -η, -ο
έχουν στερεωθεί
είναι στερεωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα στερεώσει
είχα στερεωμένο
είχαμε στερεώσει
είχαμε στερεωμένο
είχα στερεωθεί
ήμουν στερεωμένος, -η
είχαμε στερεωθεί
ήμαστε στερεωμένοι, -ες
είχες στερεώσει
είχες στερεωμένο
είχατε στερεώσει
είχατε στερεωμένο
είχες στερεωθεί
ήσουν στερεωμένος, -η
είχατε στερεωθεί
ήσαστε στερεωμένοι, -ες
είχε στερεώσει
είχε στερεωμένο
είχαν στερεώσει
είχαν στερεωμένο
είχε στερεωθεί
ήταν στερεωμένος, -η, -ο
είχαν στερεωθεί
ήταν στερεωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα στερεώνωθα στερεώνουμε, θα στερεώνομεθα στερεώνομαιθα στερεωνόμαστε
θα στερεώνειςθα στερεώνετεθα στερεώνεσαιθα στερεώνεστε, θα στερεωνόσαστε
θα στερεώνειθα στερεώνουν(ε)θα στερεώνεταιθα στερεώνονται
Fut
ur
θα στερεώσωθα στερεώσουμε, θα στερεώσομεθα στερεωθώθα στερεωθούμε
θα στερεώσειςθα στερεώσετεθα στερεωθείςθα στερεωθείτε
θα στερεώσειθα στερεώσουνθα στερεωθείθα στερεωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω στερεώσει
θα έχω στερεωμένο
θα έχουμε στερεώσει
θα έχουμε στερεωμένο
θα έχω στερεωθεί
θα είμαι στερεωμένος, -η
θα έχουμε στερεωθεί
θα είμαστε στερεωμένοι, -ες
θα έχεις στερεώσει
θα έχεις στερεωμένο
θα έχετε στερεώσει
θα έχετε στερεωμένο
θα έχεις στερεωθεί
θα είσαι στερεωμένος, -η
θα έχετε στερεωθεί
θα είστε στερεωμένοι, -ες
θα έχει στερεώσει
θα έχει στερεωμένο
θα έχουν στερεώσει
θα έχουν στερεωμένο
θα έχει στερεωθεί
θα είναι στερεωμένος, -η, -ο
θα έχουν στερεωθεί
θα είναι στερεωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να στερεώνωνα στερεώνουμε, να στερεώνομενα στερεώνομαινα στερεωνόμαστε
να στερεώνειςνα στερεώνετενα στερεώνεσαινα στερεώνεστε, να στερεωνόσαστε
να στερεώνεινα στερεώνουν(ε)να στερεώνεταινα στερεώνονται
Aoristνα στερεώσωνα στερεώσουμε, να στερεώσομενα στερεωθώνα στερεωθούμε
να στερεώσειςνα στερεώσετενα στερεωθείςνα στερεωθείτε
να στερεώσεινα στερεώσουν(ε)να στερεωθείνα στερεωθούν(ε)
Perfνα έχω στερεώσει
να έχω στερεωμένο
να έχουμε στερεώσει
να έχουμε στερεωμένο
να έχω στερεωθεί
να είμαι στερεωμένος, -η
να έχουμε στερεωθεί
να είμαστε στερεωμένοι, -ες
να έχεις στερεώσει
να έχεις στερεωμένο
να έχετε στερεώσει
να έχετε στερεωμένο
να έχεις στερεωθεί
να είσαι στερεωμένος, -η
να έχετε στερεωθεί
να είστε στερεωμένοι, -ες
να έχει στερεώσει
να έχει στερεωμένο
να έχουν στερεώσει
να έχουν στερεωμένο
να έχει στερεωθεί
να είναι στερεωμένος, -η, -ο
να έχουν στερεωθεί
να είναι στερεωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presστερέωνεστερεώνετεστερεώνεστε
Aoristστερέωσεστερεώστε, στερεώσετεστερεώσουστερεωθείτε
Part
izip
Presστερεώνοντας
Perfέχοντας στερεώσει, έχοντας στερεωμένοστερεωμένος, -η, -οστερεωμένοι, -ες, -α
InfinAoristστερεώσειστερεωθεί



απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
σταθεροποιήσει
μετοχή (ενεστώτας)
σταθεροποιώντας
προσωπικές εγκλίσεις
td>σταθεροποίεισταθεροποιείτε
αόριστοςσταθεροποίησεσταθεροποιήστε

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback