σταθεροποιώ  Verb  [statheropio, statheropoiw]

Ähnliche Bedeutung wie σταθεροποιώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze σταθεροποιώ

... επειδή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το χρόνο και το γεωγραφικό μήκος, σταθεροποίησε τις έννοιες του διαμοιρασμού της υδρογείου σε Ανατολικό ημισφαίριο και ...

... ερμηνεία της θέσης του. Μετά από τις σκληρές μεθόδους με τις οποίες σταθεροποιήθηκε η εξουσία του, η αλλαγή ονόματος θα συμβόλιζε επίσης την αρχή της ειρηνικής ...

... πρέπει να αποθηκευτεί τουλάχιστον για 20 χρόνια σε ασφαλή περιοχή για να σταθεροποιηθεί και να μειωθεί στο ελάχιστο η επικινδυνότητά του λόγω εκπομπής ραδιοακτινοβολιών ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze festigen

... Wissenschaftler konnten durch ein Experiment nachweisen, dass ein äußerer Reiz während des Schlafens die Erinnerung an zuvor gelernte Inhalte festigen kann. ...

... Stellung in ihr zu festigen und dort nachrichtendienstliche oder Spionage-Tätigkeit zu betreiben. Als Schläfer lebt er beispielsweise im Ausland als ganz normale ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
σταθεροποιήσει
μετοχή (ενεστώτας)
σταθεροποιώντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
πρώτο δεύτερο τρίτο πρώτο δεύτερο τρίτο
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας σταθεροποιώ σταθεροποιείς σταθεροποιεί σταθεροποιούμε σταθεροποιείτε σταθεροποιούν
παρατατικός σταθεροποιούσα σταθεροποιούσες σταθεροποιούσε σταθεροποιούσαμε σταθεροποιούσατε σταθεροποιούσαν
αόριστος σταθεροποίησα σταθεροποίησες σταθεροποίησε σταθεροποιήσαμε σταθεροποιήσατε σταθεροποίησαν


περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα σταθεροποιώ θα σταθεροποιείς θα σταθεροποιεί θα σταθεροποιούμε θα σταθεροποιείτε θα σταθεροποιούν
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα σταθεροποιήσω θα σταθεροποιήσεις θα σταθεροποιήσει θα σταθεροποιήσουμε θα σταθεροποιήσετε θα σταθεροποιήσουν
παρακείμενος α' έχω σταθεροποιήσει έχεις σταθεροποιήσει έχει σταθεροποιήσει έχουμε σταθεροποιήσει έχετε σταθεροποιήσει έχουν σταθεροποιήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
υπερσυντέλικος α' είχα σταθεροποιήσει είχες σταθεροποιήσει είχε σταθεροποιήσει είχαμε σταθεροποιήσει είχατε σταθεροποιήσει είχαν σταθεροποιήσει
υπερσυντέλικος β' - - - - - -
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω σταθεροποιήσει θα έχεις σταθεροποιήσει θα έχει σταθεροποιήσει θα έχουμε σταθεροποιήσει θα έχετε σταθεροποιήσει θα έχουν σταθεροποιήσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
- - - - - -
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να σταθεροποιώ να σταθεροποιείς να σταθεροποιεί να σταθεροποιούμε να σταθεροποιείτε να σταθεροποιούν
αόριστος να σταθεροποιήσω να σταθεροποιήσεις να σταθεροποιήσει να σταθεροποιήσουμε να σταθεροποιήσετε να σταθεροποιήσουν
παρακείμενος α' να έχω σταθεροποιήσει να έχεις σταθεροποιήσει να έχει σταθεροποιήσει να έχουμε σταθεροποιήσει να έχετε σταθεροποιήσει να έχουν σταθεροποιήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας σταθεροποίει σταθεροποιείτε
αόριστος σταθεροποίησε σταθεροποιήστε






Griechische Definition zu σταθεροποιώ

σταθεροποιώ [staθeropió] -ούμαι : κάνω κτ. σταθερό, πετυχαίνω τη σταθερότητα ενός πράγματος (συνήθ. για μεγέθη, τιμές κτλ.): Γίνεται προσπάθεια για να σταθεροποιηθεί η οικονομία. Οι τιμές άρχισαν να σταθεροποιούνται. || Σταθεροποίησε τη θέση του μέσα στην επιχείρηση, την εδραίωσε.

[λόγ. < ελνστ. σταθεροποιῶ `στερεώνω΄ & σημδ. γαλλ. consodivder]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σταθεροποιώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15