σημειώνω  Verb  [simiono, shmeiwnw]

Ähnliche Bedeutung wie σημειώνω


Beispielsätze σημειώνω

... διάσημης "Πανοπλίας των Δενδρών" απο τον Paul Astrom στα Δενδρά Αργολίδας, σημειώνουν την χρήση χάλκινης ελασματικής θωράκισης κορμού για τον πρόμαχο Μυκηναίο ...

... προβλέπεται στη διοργάνωση. Στα περισσότερα επαγγελματικά παιχνίδια σημειώνονται μόνο μερικά γκολ. Στην αγγλική Πρέμιερ Λιγκ, για παράδειγμα, την περίοδο ...

... φορά, φέρνοντας μαζί εξοπλισμό κατάλληλο για μάχη ενάντια στα ζώα αυτά, σημειώνοντας αρχικά κάποια επιτυχία. Ωστόσο αναχαιτίστηκαν από τους ψιλούς που εξουδετέρωσαν ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze anmerken

... Wir dürfen uns nicht anmerken lassen, dass wir keine Beweise haben. ...

... Du kannst hingehen, ich werde mir nichts anmerken lassen. ...

... Gebildet sein heißt: sich nicht anmerken lassen, wie schlecht man ist. ...

Quelle: PeterR, Manfredo, Esperantostern

Grammatik


ΣΗΜΕΙΩΝΩ
I mark
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σημειώνωσημειώνουμε, σημειώνομεσημειώνομαισημειωνόμαστε
σημειώνειςσημειώνετεσημειώνεσαισημειώνεστε, σημειωνόσαστε
σημειώνεισημειώνουν(ε)σημειώνεταισημειώνονται
Imper
fekt
σημείωνασημειώναμεσημειωνόμουν(α)σημειωνόμαστε, σημειωνόμασταν
σημείωνεςσημειώνατεσημειωνόσουν(α)σημειωνόσαστε, σημειωνόσασταν
σημείωνεσημείωναν, σημειώναν(ε)σημειωνόταν(ε)σημειώνονταν, σημειωνόντανε, σημειωνόντουσαν
Aoristσημείωσασημειώσαμεσημειώθηκασημειωθήκαμε
σημείωσεςσημειώσατεσημειώθηκεςσημειωθήκατε
σημείωσεσημείωσαν, σημειώσαν(ε)σημειώθηκεσημειώθηκαν, σημειωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω σημειώσει
έχω σημειωμένο
έχουμε σημειώσει
έχουμε σημειωμένο
έχω σημειωθεί
είμαι σημειωμένος, -η
έχουμε σημειωθεί
είμαστε σημειωμένοι, -ες
έχεις σημειώσει
έχεις σημειωμένο
έχετε σημειώσει
έχετε σημειωμένο
έχεις σημειωθεί
είσαι σημειωμένος, -η
έχετε σημειωθεί
είστε σημειωμένοι, -ες
έχει σημειώσει
έχει σημειωμένο
έχουν σημειώσει
έχουν σημειωμένο
έχει σημειωθεί
είναι σημειωμένος, -η, -ο
έχουν σημειωθεί
είναι σημειωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα σημειώσει
είχα σημειωμένο
είχαμε σημειώσει
είχαμε σημειωμένο
είχα σημειωθεί
ήμουν σημειωμένος, -η
είχαμε σημειωθεί
ήμαστε σημειωμένοι, -ες
είχες σημειώσει
είχες σημειωμένο
είχατε σημειώσει
είχατε σημειωμένο
είχες σημειωθεί
ήσουν σημειωμένος, -η
είχατε σημειωθεί
ήσαστε σημειωμένοι, -ες
είχε σημειώσει
είχε σημειωμένο
είχαν σημειώσει
είχαν σημειωμένο
είχε σημειωθεί
ήταν σημειωμένος, -η, -ο
είχαν σημειωθεί
ήταν σημειωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σημειώνωθα σημειώνουμε, θα σημειώνομεθα σημειώνομαιθα σημειωνόμαστε
θα σημειώνειςθα σημειώνετεθα σημειώνεσαιθα σημειώνεστε, θα σημειωνόσαστε
θα σημειώνειθα σημειώνουν(ε)θα σημειώνεταιθα σημειώνονται
Fut
ur
θα σημειώσωθα σημειώσουμε, θα σημειώσομεθα σημειωθώθα σημειωθούμε
θα σημειώσειςθα σημειώσετεθα σημειωθείςθα σημειωθείτε
θα σημειώσειθα σημειώσουνθα σημειωθείθα σημειωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σημειώσει
θα έχω σημειωμένο
θα έχουμε σημειώσει
θα έχουμε σημειωμένο
θα έχω σημειωθεί
θα είμαι σημειωμένος, -η
θα έχουμε σημειωθεί
θα είμαστε σημειωμένοι, -ες
θα έχεις σημειώσει
θα έχεις σημειωμένο
θα έχετε σημειώσει
θα έχετε σημειωμένο
θα έχεις σημειωθεί
θα είσαι σημειωμένος, -η
θα έχετε σημειωθεί
θα είστε σημειωμένοι, -ες
θα έχει σημειώσει
θα έχει σημειωμένο
θα έχουν σημειώσει
θα έχουν σημειωμένο
θα έχει σημειωθεί
θα είναι σημειωμένος, -η, -ο
θα έχουν σημειωθεί
θα είναι σημειωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σημειώνωνα σημειώνουμε, να σημειώνομενα σημειώνομαινα σημειωνόμαστε
να σημειώνειςνα σημειώνετενα σημειώνεσαινα σημειώνεστε, να σημειωνόσαστε
να σημειώνεινα σημειώνουν(ε)να σημειώνεταινα σημειώνονται
Aoristνα σημειώσωνα σημειώσουμε, να σημειώσομενα σημειωθώνα σημειωθούμε
να σημειώσειςνα σημειώσετενα σημειωθείςνα σημειωθείτε
να σημειώσεινα σημειώσουν(ε)να σημειωθείνα σημειωθούν(ε)
Perfνα έχω σημειώσει
να έχω σημειωμένο
να έχουμε σημειώσει
να έχουμε σημειωμένο
να έχω σημειωθεί
να είμαι σημειωμένος, -η
να έχουμε σημειωθεί
να είμαστε σημειωμένοι, -ες
να έχεις σημειώσει
να έχεις σημειωμένο
να έχετε σημειώσει
να έχετε σημειωμένο
να έχεις σημειωθεί
να είσαι σημειωμένος, -η
να έχετε σημειωθεί
να είστε σημειωμένοι, -ες
να έχει σημειώσει
να έχει σημειωμένο
να έχουν σημειώσει
να έχουν σημειωμένο
να έχει σημειωθεί
να είναι σημειωμένος, -η, -ο
να έχουν σημειωθεί
να είναι σημειωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσημείωνεσημειώνετεσημειώνεστε
Aoristσημείωσεσημειώστε, σημειώσετεσημειώσουσημειωθείτε
Part
izip
Presσημειώνοντας
Perfέχοντας σημειώσει, έχοντας σημειωμένοσημειωμένος, -η, -οσημειωμένοι, -ες, -α
InfinAoristσημειώσεισημειωθεί






















Griechische Definition zu σημειώνω

σημειώνω [simióno] -ομαι : 1. βάζω ένα διακριτικό σημάδι κάπου, ως σημείο αναγνώρισης ή υπενθύμισης· σημαδεύω: Nα σημειώσεις τη σελίδα. σημειώνω με σταυρό. Είχε σημειώσει τα λάθη με κόκκινο μολύβι. Tου σημείωσαν την κόλα, συνήθ. κατά τη διάρκεια γραπτού διαγωνίσματος, ως ένδειξη αποκλεισμού για λόγους αντιγραφής κτλ. || Ο διαιτητής σημείωσε τον παίχτη, λόγω κάποιας παρατυπίας που διέπραξε και για να του επιβληθεί κάποια ποινή. ΦΡ σημειώσατε X*. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σημειώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15