pinseln
 Verb

γράφω Verb
(0)
ζωγραφίζω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Diese Idioten werden sich noch ins Grab pinseln!Οι ηλίθιοι θα βαφτούν μέσα στους τάφους τους!

Übersetzung nicht bestätigt

Mir muss schnell was einfallen. Bevor man sich's versieht, ist Renaissance, und wir pinseln alle.Πρέπει να σκεφτώ κάτι γρήγορα, γιατί πρίν το καταλάβεις... θα έρθει η Αναγέννηση, και θα ζωγραφίζουμε όλοι μας.

Übersetzung nicht bestätigt

Es ist nicht an den Himmel zu pinseln.-Δεν είναι υπέροχο;

Übersetzung nicht bestätigt

Nagellack kannst du auf jeden x-beliebigen Zeh pinseln.Δε γίνεται να βρει το ίδιο και να βάψει το δάχτυλο άλλης;

Übersetzung nicht bestätigt

Du sollst doch keine Titten auf mein Flugzeug pinseln. Aber wenn du es tust, dann nicht so schief.Δεν πρέπει να ζωγραφίζεις στηθάκια στα αεροπλάνα μου όμως αν τα ζωγραφίζεις μην τα φτιάχνεις μονόπαντα.

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
γράφωγράφουμε, γράφομεγράφομαιγραφόμαστε
γράφειςγράφετεγράφεσαιγράφεστε, γραφόσαστε
γράφειγράφουν(ε)γράφεταιγράφονται
Imper
fekt
έγραφαγράφαμεγραφόμουν(α)γραφόμαστε, γραφόμασταν
έγραφεςγράφατεγραφόσουν(α)γραφόσαστε, γραφόσασταν
έγραφεέγραφαν, γράφαν(ε)γραφόταν(ε)γράφονταν, γραφόντανε, γραφόντουσαν
Aoristέγραψαγράψαμεγράφτηκα, γράφηκαγραφτήκαμε, γραφήκαμε
έγραψεςγράψατεγράφτηκες, γράφηκεςγραφτήκατε, γραφήκατε
έγραψεέγραψαν, γράψαν(ε)γράφτηκε, γράφηκεγράφτηκαν, γραφτήκαν(ε), γράφηκαν, γραφήκαν(ε)
Per
fekt
έχω γράψει
έχω γραμμένο
έχουμε γράψει
έχουμε γραμμένο
έχω γραφτεί
έχω γραφεί
είμαι γραμμένος, -η
έχουμε γραφτεί
έχουμε γραφεί
είμαστε γραμμένοι, -ες
έχεις γράψει
έχεις γραμμένο
έχετε γράψει
έχετε γραμμένο
έχεις γραφτεί
έχεις γραφεί
είσαι γραμμένος, -η
έχετε γραφτεί
έχετε γραφεί
είστε γραμμένοι, -ες
έχει γράψει
έχει γραμμένο
έχουν γράψει
έχουν γραμμένο
έχει γραφτεί
έχει γραφεί
είναι γραμμένος, -η, -ο
έχουν γραφτεί
έχουν γραφεί
είναι γραμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα γράψει
είχα γραμμένο
είχαμε γράψει
είχαμε γραμμένο
είχα γραφτεί
είχα γραφεί
ήμουν γραμμένος, -η
είχαμε γραφτεί
είχαμε γραφεί
ήμαστε γραμμένοι, -ες
είχες γράψει
είχες γραμμένο
είχατε γράψει
είχατε γραμμένο
είχες γραφτεί
είχες γραφεί
ήσουν γραμμένος, -η
είχατε γραφτεί
είχατε γραφεί
ήσαστε γραμμένοι, -ες
είχε γράψει
είχε γραμμένο
είχαν γράψει
είχαν γραμμένο
είχε γραφτεί
είχε γραφεί
ήταν γραμμένος, -η, -ο
είχαν γραφτεί
είχαν γραφεί
ήταν γραμμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα γράφωθα γράφουμε, θα γράφομεθα γράφομαιθα γραφόμαστε
θα γράφειςθα γράφετεθα γράφεσαιθα γράφεστε, θα γραφόσαστε
θα γράφειθα γράφουν(ε)θα γράφεταιθα γράφονται
Fut
ur
θα γράψωθα γράψουμε, θα γράψομεθα γραφτώ, θα γραφώθα γραφτούμε, θα γραφούμε
θα γράψειςθα γράψετεθα γραφτείς, θα γραφείςθα γραφτείτε, θα γραφείτε
θα γράψειθα γράψουν(ε)θα γραφτεί, θα γραφείθα γραφτούν(ε), θα γραφούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω γράψει
θα έχω γραμμένο
θα έχουμε γράψει
θα έχουμε γραμμένο
θα έχω γραφτεί
θα έχω γραφεί
θα είμαι γραμμένος, -η
θα έχουμε γραφτεί
θα έχουμε γραφεί
θα είμαστε γραμμένοι, -ες
θα έχεις γράψει
θα έχεις γραμμένο
θα έχετε γράψει
θα έχετε γραμμένο
θα έχεις γραφτεί
θα έχεις γραφεί
θα είσαι γραμμένος, -η
θα έχετε γραφτεί
θα έχετε γραφεί
θα είστε γραμμένοι, -ες
θα έχει γράψει
θα έχει γραμμένο
θα έχουν γράψει
θα έχουν γραμμένο
θα έχει γραφτεί
θα έχει γραφεί
θα είναι γραμμένος, -η, -ο
θα έχουν γραφτεί
θα έχουν γραφεί
θα είναι γραμμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να γράφωνα γράφουμε, να γράφομενα γράφομαινα γραφόμαστε
να γράφειςνα γράφετενα γράφεσαινα γράφεστε, να γραφόσαστε
να γράφεινα γράφουν(ε)να γράφεταινα γράφονται
Aoristνα γράψωνα γράψουμε, να γράψομενα γραφτώ, να γραφώνα γραφτούμε, να γραφούμε
να γράψειςνα γράψετενα γραφτείς, να γραφείςνα γραφτείτε, να γραφείτε
να γράψεινα γράψουν(ε)να γραφτεί, να γραφείνα γραφτούν(ε), να γραφούν(ε)
Perfνα έχω γράψει
να έχω γραμμένο
να έχουμε γράψει
να έχουμε γραμμένο
να έχω γραφτεί
να έχω γραφεί
να είμαι γραμμένος, -η
να έχουμε γραφτεί
να έχουμε γραφεί
να είμαστε γραμμένοι, -ες
να έχεις γράψει
να έχεις γραμμένο
να έχετε γράψει
να έχετε γραμμένο
να έχεις γραφτεί
να έχεις γραφεί
να είσαι γραμμένος, -η
να έχετε γραφτεί
να έχετε γραφεί
να είστε γραμμένοι, -ες
να έχει γράψει
να έχει γραμμένο
να έχουν γράψει
να έχουν γραμμένο
να έχει γραφτεί
να έχει γραφεί
να είναι γραμμένος, -η, -ο
να έχουν γραφτεί
να έχουν γραφεί
να είναι γραμμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presγράφεγράφετεγράφεστε
Aoristγράψεγράψτε, γράφτεγράψουγραψτείτε, γραφείτε
Part
izip
Presγράφονταςγραφόμενος
Perfέχοντας γράψει, έχοντας γραμμένογραμμένος, -η, -ογραμμένοι, -ες, -α
InfinAoristγράψειγραφτεί, γραφεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ζωγραφίζωζωγραφίζουμε, ζωγραφίζομεζωγραφίζομαιζωγραφιζόμαστε
ζωγραφίζειςζωγραφίζετεζωγραφίζεσαιζωγραφίζεστε, ζωγραφιζόσαστε
ζωγραφίζειζωγραφίζουν(ε)ζωγραφίζεταιζωγραφίζονται
Imper
fekt
ζωγράφιζαζωγραφίζαμεζωγραφιζόμουν(α)ζωγραφιζόμαστε, ζωγραφιζόμασταν
ζωγράφιζεςζωγραφίζατεζωγραφιζόσουν(α)ζωγραφιζόσαστε, ζωγραφιζόσασταν
ζωγράφιζεζωγράφιζαν, ζωγραφίζαν(ε)ζωγραφιζόταν(ε)ζωγραφίζονταν, ζωγραφιζόντανε, ζωγραφιζόντουσαν
Aoristζωγράφισαζωγραφίσαμεζωγραφίστηκαζωγραφιστήκαμε
ζωγράφισεςζωγραφίσατεζωγραφίστηκεςζωγραφιστήκατε
ζωγράφισεζωγράφισαν, ζωγραφίσαν(ε)ζωγραφίστηκεζωγραφίστηκαν, ζωγραφιστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω ζωγραφίσει
έχω ζωγραφισμένο
έχουμε ζωγραφίσει
έχουμε ζωγραφισμένο
έχω ζωγραφιστεί
είμαι ζωγραφισμένος, -η
έχουμε ζωγραφιστεί
είμαστε ζωγραφισμένοι, -ες
έχεις ζωγραφίσει
έχεις ζωγραφισμένο
έχετε ζωγραφίσει
έχετε ζωγραφισμένο
έχεις ζωγραφιστεί
είσαι ζωγραφισμένος, -η
έχετε ζωγραφιστεί
είστε ζωγραφισμένοι, -ες
έχει ζωγραφίσει
έχει ζωγραφισμένο
έχουν ζωγραφίσει
έχουν ζωγραφισμένο
έχει ζωγραφιστεί
είναι ζωγραφισμένος, -η, -ο
έχουν ζωγραφιστεί
είναι ζωγραφισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα ζωγραφίσει
είχα ζωγραφισμένο
είχαμε ζωγραφίσει
είχαμε ζωγραφισμένο
είχα ζωγραφιστεί
ήμουν ζωγραφισμένος, -η
είχαμε ζωγραφιστεί
ήμαστε ζωγραφισμένοι, -ες
είχες ζωγραφίσει
είχες ζωγραφισμένο
είχατε ζωγραφίσει
είχατε ζωγραφισμένο
είχες ζωγραφιστεί
ήσουν ζωγραφισμένος, -η
είχατε ζωγραφιστεί
ήσαστε ζωγραφισμένοι, -ες
είχε ζωγραφίσει
είχε ζωγραφισμένο
είχαν ζωγραφίσει
είχαν ζωγραφισμένο
είχε ζωγραφιστεί
ήταν ζωγραφισμένος, -η, -ο
είχαν ζωγραφιστεί
ήταν ζωγραφισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ζωγραφίζωθα ζωγραφίζουμε, θα ζωγραφίζομεθα ζωγραφίζομαιθα ζωγραφιζόμαστε
θα ζωγραφίζειςθα ζωγραφίζετεθα ζωγραφίζεσαιθα ζωγραφίζεστε, θα ζωγραφιζόσαστε
θα ζωγραφίζειθα ζωγραφίζουν(ε)θα ζωγραφίζεταιθα ζωγραφίζονται
Fut
ur
θα ζωγραφίσωθα ζωγραφίσουμε, θα ζωγραφίζομεθα ζωγραφιστώθα ζωγραφιστούμε
θα ζωγραφίσειςθα ζωγραφίσετεθα ζωγραφιστείςθα ζωγραφιστείτε
θα ζωγραφίσειθα ζωγραφίσουν(ε)θα ζωγραφιστείθα ζωγραφιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ζωγραφίσει
θα έχω ζωγραφισμένο
θα έχουμε ζωγραφίσει
θα έχουμε ζωγραφισμένο
θα έχω ζωγραφιστεί
θα είμαι ζωγραφισμένος, -η
θα έχουμε ζωγραφιστεί
θα είμαστε ζωγραφισμένοι, -ες
θα έχεις ζωγραφίσει
θα έχεις ζωγραφισμένο
θα έχετε ζωγραφίσει
θα έχετε ζωγραφισμένο
θα έχεις ζωγραφιστεί
θα είσαι ζωγραφισμένος, -η
θα έχετε ζωγραφιστεί
θα είστε ζωγραφισμένοι, -ες
θα έχει ζωγραφίσει
θα έχει ζωγραφισμένο
θα έχουν ζωγραφίσει
θα έχουν ζωγραφισμένο
θα έχει ζωγραφιστεί
θα είναι ζωγραφισμένος, -η, -ο
θα έχουν ζωγραφιστεί
θα είναι ζωγραφισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ζωγραφίζωνα ζωγραφίζουμε, να ζωγραφίζομενα ζωγραφίζομαινα ζωγραφιζόμαστε
να ζωγραφίζειςνα ζωγραφίζετενα ζωγραφίζεσαινα ζωγραφίζεστε, να ζωγραφιζόσαστε
να ζωγραφίζεινα ζωγραφίζουν(ε)να ζωγραφίζεταινα ζωγραφίζονται
Aoristνα ζωγραφίσωνα ζωγραφίσουμε, να ζωγραφίσομενα ζωγραφιστώνα ζωγραφιστούμε
να ζωγραφίσειςνα ζωγραφίσετενα ζωγραφιστείςνα ζωγραφιστείτε
να ζωγραφίσεινα ζωγραφίσουν(ε)να ζωγραφιστείνα ζωγραφιστούν(ε)
Perfνα έχω ζωγραφίσει
να έχω ζωγραφισμένο
να έχουμε ζωγραφίσει
να έχουμε ζωγραφισμένο
να έχω ζωγραφιστεί
να είμαι ζωγραφισμένος, -η
να έχουμε ζωγραφιστεί
να είμαστε ζωγραφισμένοι, -ες
να έχεις ζωγραφίσει
να έχεις ζωγραφισμένο
να έχετε ζωγραφίσει
να έχετε ζωγραφισμένο
να έχεις ζωγραφιστεί
να είσαι ζωγραφισμένος, -η
να έχετε ζωγραφιστεί
να είστε ζωγραφισμένοι, -ες
να έχει ζωγραφίσει
να έχει ζωγραφισμένο
να έχουν ζωγραφίσει
να έχουν ζωγραφισμένο
να έχει ζωγραφιστεί
να είναι ζωγραφισμένος, -η, -ο
να έχουν ζωγραφιστεί
να είναι ζωγραφισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presζωγράφιζεζωγραφίζετεζωγραφίζεστε
Aoristζωγράφισεζωγραφίστεζωγραφίσουζωγραφιστείτε
Part
izip
Presζωγραφίζονταςζωγραφιζόμενος
Perfέχοντας ζωγραφίσει, έχοντας ζωγραφισμένοζωγραφισμένος, -η, -οζωγραφισμένοι, -ες, -α
InfinAoristζωγραφίσειζωγραφιστεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback