γράφω  Verb  [grafo, rrafo, grafw]

Ähnliche Wörter zu γράφω

γράφων


Beispielsätze γράφω

... Δεν γράφω καλά τα κινεζικά ακόμα. ...

... Το χόμπι μου είναι αυτό, να γράφω ιστορίες. ...

... Αυτή μου έμαθε να γράφω στίχους. ...

Quelle: Sprachprofi, mululatv, glavkos


Beispielsätze aufnehmen

... Beim Auffinden von Drogen oder versteckten Sprengstoffen gibt es keine Technik, die es mit einer Hundenase aufnehmen kann. ...

... In den USA gibt es mehr Häftlinge, als die Gefängnisse aufnehmen können. Daher sind die Haftanstalten überfüllt. ...

... Gabeln und Stäbchen wurden beliebt, weil man damit leicht heißes Essen aufnehmen konnte. ...

Quelle: samueldora, Sudajaengi, Sudajaengi

Grammatik


ΓΡΑΦΩ
I write
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
γράφωγράφουμε, γράφομεγράφομαιγραφόμαστε
γράφειςγράφετεγράφεσαιγράφεστε, γραφόσαστε
γράφειγράφουν(ε)γράφεταιγράφονται
Imper
fekt
έγραφαγράφαμεγραφόμουν(α)γραφόμαστε, γραφόμασταν
έγραφεςγράφατεγραφόσουν(α)γραφόσαστε, γραφόσασταν
έγραφεέγραφαν, γράφαν(ε)γραφόταν(ε)γράφονταν, γραφόντανε, γραφόντουσαν
Aoristέγραψαγράψαμεγράφτηκα, γράφηκαγραφτήκαμε, γραφήκαμε
έγραψεςγράψατεγράφτηκες, γράφηκεςγραφτήκατε, γραφήκατε
έγραψεέγραψαν, γράψαν(ε)γράφτηκε, γράφηκεγράφτηκαν, γραφτήκαν(ε), γράφηκαν, γραφήκαν(ε)
Per
fect
έχω γράψει
έχω γραμμένο
έχουμε γράψει
έχουμε γραμμένο
έχω γραφτεί
έχω γραφεί
είμαι γραμμένος, -η
έχουμε γραφτεί
έχουμε γραφεί
είμαστε γραμμένοι, -ες
έχεις γράψει
έχεις γραμμένο
έχετε γράψει
έχετε γραμμένο
έχεις γραφτεί
έχεις γραφεί
είσαι γραμμένος, -η
έχετε γραφτεί
έχετε γραφεί
είστε γραμμένοι, -ες
έχει γράψει
έχει γραμμένο
έχουν γράψει
έχουν γραμμένο
έχει γραφτεί
έχει γραφεί
είναι γραμμένος, -η, -ο
έχουν γραφτεί
έχουν γραφεί
είναι γραμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα γράψει
είχα γραμμένο
είχαμε γράψει
είχαμε γραμμένο
είχα γραφτεί
είχα γραφεί
ήμουν γραμμένος, -η
είχαμε γραφτεί
είχαμε γραφεί
ήμαστε γραμμένοι, -ες
είχες γράψει
είχες γραμμένο
είχατε γράψει
είχατε γραμμένο
είχες γραφτεί
είχες γραφεί
ήσουν γραμμένος, -η
είχατε γραφτεί
είχατε γραφεί
ήσαστε γραμμένοι, -ες
είχε γράψει
είχε γραμμένο
είχαν γράψει
είχαν γραμμένο
είχε γραφτεί
είχε γραφεί
ήταν γραμμένος, -η, -ο
είχαν γραφτεί
είχαν γραφεί
ήταν γραμμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα γράφωθα γράφουμε, θα γράφομεθα γράφομαιθα γραφόμαστε
θα γράφειςθα γράφετεθα γράφεσαιθα γράφεστε, θα γραφόσαστε
θα γράφειθα γράφουν(ε)θα γράφεταιθα γράφονται
Fut
ur
θα γράψωθα γράψουμε, θα γράψομεθα γραφτώ, θα γραφώθα γραφτούμε, θα γραφούμε
θα γράψειςθα γράψετεθα γραφτείς, θα γραφείςθα γραφτείτε, θα γραφείτε
θα γράψειθα γράψουν(ε)θα γραφτεί, θα γραφείθα γραφτούν(ε), θα γραφούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω γράψει
θα έχω γραμμένο
θα έχουμε γράψει
θα έχουμε γραμμένο
θα έχω γραφτεί
θα έχω γραφεί
θα είμαι γραμμένος, -η
θα έχουμε γραφτεί
θα έχουμε γραφεί
θα είμαστε γραμμένοι, -ες
θα έχεις γράψει
θα έχεις γραμμένο
θα έχετε γράψει
θα έχετε γραμμένο
θα έχεις γραφτεί
θα έχεις γραφεί
θα είσαι γραμμένος, -η
θα έχετε γραφτεί
θα έχετε γραφεί
θα είστε γραμμένοι, -ες
θα έχει γράψει
θα έχει γραμμένο
θα έχουν γράψει
θα έχουν γραμμένο
θα έχει γραφτεί
θα έχει γραφεί
θα είναι γραμμένος, -η, -ο
θα έχουν γραφτεί
θα έχουν γραφεί
θα είναι γραμμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να γράφωνα γράφουμε, να γράφομενα γράφομαινα γραφόμαστε
να γράφειςνα γράφετενα γράφεσαινα γράφεστε, να γραφόσαστε
να γράφεινα γράφουν(ε)να γράφεταινα γράφονται
Aoristνα γράψωνα γράψουμε, να γράψομενα γραφτώ, να γραφώνα γραφτούμε, να γραφούμε
να γράψειςνα γράψετενα γραφτείς, να γραφείςνα γραφτείτε, να γραφείτε
να γράψεινα γράψουν(ε)να γραφτεί, να γραφείνα γραφτούν(ε), να γραφούν(ε)
Perfνα έχω γράψει
να έχω γραμμένο
να έχουμε γράψει
να έχουμε γραμμένο
να έχω γραφτεί
να έχω γραφεί
να είμαι γραμμένος, -η
να έχουμε γραφτεί
να έχουμε γραφεί
να είμαστε γραμμένοι, -ες
να έχεις γράψει
να έχεις γραμμένο
να έχετε γράψει
να έχετε γραμμένο
να έχεις γραφτεί
να έχεις γραφεί
να είσαι γραμμένος, -η
να έχετε γραφτεί
να έχετε γραφεί
να είστε γραμμένοι, -ες
να έχει γράψει
να έχει γραμμένο
να έχουν γράψει
να έχουν γραμμένο
να έχει γραφτεί
να έχει γραφεί
να είναι γραμμένος, -η, -ο
να έχουν γραφτεί
να έχουν γραφεί
να είναι γραμμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presγράφεγράφετεγράφεστε
Aoristγράψεγράψτε, γράφτεγράψουγραψτείτε, γραφείτε
Part
izip
Presγράφονταςγραφόμενος
Perfέχοντας γράψει, έχοντας γραμμένογραμμένος, -η, -ογραμμένοι, -ες, -α
InfinAoristγράψειγραφτεί, γραφεί












Griechische Definition zu γράφω

γράφω [γráfo] -ομαι παθ. αόρ. (σπάν.) και γράφηκα, απαρέμφ. (σπάν.) και γραφεί : 1α. παριστάνω το λόγο ή τη σκέψη μου με ένα συμβατικό σύστημα γραφικών συμβόλων, κυρίως πάνω σε χαρτί: Δεν ξέρει ούτε να γράφει ούτε να διαβάζει. Tους έπιασαν να γράφουν συνθήματα στους τοίχους. Γράφει καθαρά και ευανάγνωστα. γράφω με το χέρι / στη γραφομηχανή / με μολύβι / με μελάνι. Tο στιλό δε γράφει. Γράψε το τηλέφωνο / τη διεύθυνσή μου, σημείωσε. Mπορείς να διαβάσεις τι είναι γραμμένο / τι γράφει εκεί; (έκφρ.) γράφει με τα πόδια*. || γράφω εξετάσεις, εξετάζομαι γραπτά. Πέρασε ο τροχονόμος και τον έγραψε, τον σημείωσε για παράβαση. Πώς το γράφεις το όνομά σου;, πώς το ορθογραφείς; (έκφρ.) γράφω / εγγράφω κτ. στο ενεργητικό* / στο παθητικό* μου. ΦΡ γράφω ιστορία*. γράψε λάθος*. β. αποτυπώνω ήχο ή εικόνα σε ένα ηλεκτρονικό μηχάνημα: Έγραψα στο μαγνητόφωνο τη συναυλία / στο βίντεο την εκπομπή της τηλεόρασης. || Tο μαγνητόφωνο χάλασε· δε γράφει, δε λειτουργεί. γ. (μτφ.) συγκρατώ στη μνήμη μου: Aυτό που θα σου πω γράψ΄ το καλά στο μυαλό σου. || για να δηλώσουμε αδιαφορία ή περιφρόνηση στις ΦΡ γράφω κπ. / κτ. στα παλιά μου τα παπούτσια / τα τεφτέρια. (λαϊκ.) σε γράφω! γράφω κπ. εκεί που δεν πιάνει μελάνη. γράφω κπ. κανονικά / σ΄ έχω γραμμένο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu γράφω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15