ρίχνω  Verb  [richno, rixnw]

Ähnliche Bedeutung wie ρίχνω

Ähnliche Wörter zu ρίχνω

Ρίχνω βλέμματα

ρίχνω φως


Beispielsätze ρίχνω

... ρήμα μαλαγρώνω που σημαίνει ρίχνω μαλάγρα στη θάλασσα και κατ΄ επέκταση δημιουργώ ψαρότοπο. Συνήθως το δόλωμα αυτό ρίχνεται το πρωί για ψάρεμα που θ΄ ακολουθήσει ...

... της Αυγής», «Μανούλα μου», «Ο Έκτορας κι η Ανδρομάχη», «Έλα μαζί μου», «Ρίχνω την καρδιά μου στο πηγάδι». Πέθανε στις 26 Μαρτίου 2014, σε ηλικία 76 ετών ...

... σε αντίθεση με τους Ρωμαίους που αναγεννιούνταν από τη στάχτη τους και ρίχνονταν στη μάχη με νέα αποφασιστικότητα. Ο Πλούταρχος μεταφέρει πως όταν ο βασιλιάς ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze werfen

... Ich traue Computern nur so weit ich sie werfen kann. ...

... Bitte hinterlassen Sie eine Nachricht nach dem Piepton oder werfen Sie uns Bonbons in den Briefkasten. ...

... Die Granate ist explodiert, bevor der Terrorist sie werfen konnte, und sein Arm wurde zerfetzt! ...

Quelle: Kerstin, MUIRIEL, Nero

Grammatik


ΡΙΧΝΩ
I throw
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ρίχνωρίχνουμε, ρίχνομερίχνομαιριχνόμαστε
ρίχνειςρίχνετερίχνεσαιρίχνεστε, ριχνόσαστε
ρίχνειρίχνουν(ε)ρίχνεταιρίχνονται
Imper
fekt
έριχναρίχναμεριχνόμουν(α)ριχνόμαστε, ριχνόμασταν
έριχνεςρίχνατεριχνόσουν(α)ριχνόσαστε, ριχνόσασταν
έριχνεέριχναν, ρίχναν(ε)ριχνόταν(ε)ρίχνονταν, ριχνόντανε, ριχνόντουσαν
Aoristέριξαρίξαμερίχτηκαριχτήκαμε
έριξεςρίξατερίχτηκεςριχτήκατε
έριξεέριξαν, ρίξαν(ε)ρίχτηκερίχτηκαν, ριχτήκαν(ε)
Per
fect
έχω ρίξει
έχω ριγμένο
έχουμε ρίξει
έχουμε ριγμένο
έχω ριχτεί
είμαι ριγμένος, -η
έχουμε ριχτεί
είμαστε ριγμένοι, -ες
έχεις ρίξει
έχεις ριγμένο
έχετε ρίξει
έχετε ριγμένο
έχεις ριχτεί
είσαι ριγμένος, -η
έχετε ριχτεί
είστε ριγμένοι, -ες
έχει ρίξει
έχει ριγμένο
έχουν ρίξει
έχουν ριγμένο
έχει ριχτεί
είναι ριγμένος, -η, -ο
έχουν ριχτεί
είναι ριγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ρίξει
είχα ριγμένο
είχαμε ρίξει
είχαμε ριγμένο
είχα ριχτεί
ήμουν ριγμένος, -η
είχαμε ριχτεί
ήμαστε ριγμένοι, -ες
είχες ρίξει
είχες ριγμένο
είχατε ρίξει
είχατε ριγμένο
είχες ριχτεί
ήσουν ριγμένος, -η
είχατε ριχτεί
ήσαστε ριγμένοι, -ες
είχε ρίξει
είχε ριγμένο
είχαν ρίξει
είχαν ριγμένο
είχε ριχτεί
ήταν ριγμένος, -η, -ο
είχαν ριχτεί
ήταν ριγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ρίχνωθα ρίχνουμε, θα ρίχνομεθα ρίχνομαιθα ριχνόμαστε
θα ρίχνειςθα ρίχνετεθα ρίχνεσαιθα ρίχνεστε, θα ριχνόσαστε
θα ρίχνειθα ρίχνουν(ε)θα ρίχνεταιθα ρίχνονται
Fut
ur
θα ρίξωθα ρίξουμε, θα ρίξομεθα ριχτώθα ριχτούμε
θα ρίξειςθα ρίξετεθα ριχτείςθα ριχτείτε
θα ρίξειθα ρίξουν(ε)θα ριχτείθα ριχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ρίξει
θα έχω ριγμένο
θα έχουμε ρίξει
θα έχουμε ριγμένο
θα έχω ριχτεί
θα είμαι ριγμένος, -η
θα έχουμε ριχτεί
θα είμαστε ριγμένοι, -ες
θα έχεις ρίξει
θα έχεις ριγμένο
θα έχετε ρίξει
θα έχετε ριγμένο
θα έχεις ριχτεί
θα είσαι ριγμένος, -η
θα έχετε ριχτεί
θα είστε ριγμένοι, -ες
θα έχει ρίξει
θα έχει ριγμένο
θα έχουν ρίξει
θα έχουν ριγμένο
θα έχει ριχτεί
θα είναι ριγμένος, -η, -ο
θα έχουν ριχτεί
θα είναι ριγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ρίχνωνα ρίχνουμε, να ρίχνομενα ρίχνομαινα ριχνόμαστε
να ρίχνειςνα ρίχνετενα ρίχνεσαινα ρίχνεστε, να ριχνόσαστε
να ρίχνεινα ρίχνουν(ε)να ρίχνεταινα ρίχνονται
Aoristνα ρίξωνα ρίξουμε, να ρίξομενα ριχτώνα ριχτούμε
να ρίξειςνα ρίξετενα ριχτείςνα ριχτείτε
να ρίξεινα ρίξουν(ε)να ριχτείνα ριχτούν(ε)
Perfνα έχω ρίξει
να έχω ριγμένο
να έχουμε ρίξει
να έχουμε ριγμένο
να έχω ριχτεί
να είμαι ριγμένος, -η
να έχουμε ριχτεί
να είμαστε ριγμένοι, -ες
να έχεις ρίξει
να έχεις ριγμένο
να έχετε ρίξει
να έχετε ριγμένο
να έχεις ριχτεί
να είσαι ριγμένος, -η
να έχετε ριχτεί
να είστε ριγμένοι, -ες
να έχει ρίξει
να έχει ριγμένο
να έχουν ρίξει
να έχουν ριγμένο
να έχει ριχτεί
να είναι ριγμένος, -η, -ο
να έχουν ριχτεί
να είναι ριγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presρίχνερίχνετερίχνεστε
Aoristρίξερίξτε, ρίχτερίξουριχτείτε
Part
izip
Presρίχνοντας
Perfέχοντας ρίξει, έχοντας ριγμένοριγμένος, -η, -οριγμένοι, -ες, -α
InfinAoristρίξειριχτεί



Person Wortform
Präsens ich werfe
du wirfst
er, sie, es wirft
Präteritum ich warf
Konjunktiv II ich würfe
Imperativ Singular wirf!
Plural werft!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geworfen haben
Alle weiteren Formen: Flexion:werfen








Griechische Definition zu ρίχνω

ρίχνω [ríxno] -ομαι Ρ αόρ. έριξα, απαρέμφ. ρίξει, παθ. αόρ. ρίχτηκα, απαρέμφ. ριχτεί, μππ. ριγμένος : I1.αφήνω ή σπρώχνω κτ. να πέσει με το βάρος του· πετώ: Έκανε μια απρόσεχτη κίνηση και έριξε κάτω τα ποτήρια. Έριξε τον κουβά στο πηγάδι. Tον έριξαν από το παράθυρο. Aεροπλάνα του στρατού έριξαν τρόφιμα στα αποκλεισμένα χωριά. Έριξαν τα αγκίστρια στη θάλασσα. || (παθ.) αφήνω τον εαυτό μου να πέσει· πέφτω: Ρίχτηκαν στον γκρεμό και σκοτώθηκαν. Ρίχτηκε στη θάλασσα να πνιγεί. Tα ποτήρια, τα βάζα, όλα ήταν ριγμένα στο πάτωμα από μιαν άγνωστη αιτία. || (για χαρτοπαίγνιο) αφήνω κάτω ένα χαρτί που έχω στα χέρια μου: Ρίξε το βαλέ καρό. ρίχνω τα χαρτιά*. ΦΡ ρίχνω μαύρη* πέτρα (πίσω μου). [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ρίχνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15