ξεκινώ  Verb  [ksekino, ksekinw]


Beispielsätze ξεκινώ

... αναζητήσει μεθόδους δολοφονίας που θα ήταν πιο απρόσωπες και μηχανικές, ξεκινώντας με τα εκρηκτικά και τα δηλητήρια. Στο βιβλίο του «Ο πόλεμος της Ρωσίας» ...

... φιλοδοξίες του προς την Ανατολή, και συγκεκριμένα προς το Αιγαίο Πέλαγος, ξεκινώντας την κατασκευή ενός πολύ αξιόλογου στόλου. Γνώριζε, επίσης, πως η σύναψη ...

... τύραννος της Μιλήτου, Αρισταγόρας, με στόχο να ενισχύσει την θέση του, ξεκίνησε με την υποστήριξη του σατράπη Αρταφέρνη μια εκστρατεία εναντίον της Νάξου ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze beginnen

... Sätze beginnen mit einem Großbuchstaben. ...

... Friedensgespräche beginnen diese Woche. ...

... Viele Blumen beginnen im Frühjahr zu blühen. ...

Quelle: MUIRIEL, xtofu80, MUIRIEL

Grammatik


ΞΕΚΙΝΩ
stekomai">I start
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ξεκινάω, ξεκινώξεκινάμε, ξεκινούμε
ξεκινάςξεκινάτε
ξεκινάει, ξεκινάξεκινάν(ε), ξεκινούν(ε)
Imper
fekt
ξεκινούσα, ξεκίναγαξεκινούσαμε, ξεκινάγαμε
ξεκινούσες, ξεκίναγεςξεκινούσατε, ξεκινάγατε
ξεκινούσε, ξεκίναγεξεκινούσαν(ε), ξεκίναγαν, ξεκινάγανε
Aoristξεκίνησαξεκινήσαμε
ξεκίνησεςξεκινήσατε
ξεκίνησεξεκίνησαν, ξεκινήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω ξεκινήσειέχουμε ξεκινήσει
έχεις ξεκινήσειέχετε ξεκινήσει
έχει ξεκινήσειέχουν ξεκινήσει
Plu
perf
ekt
είχα ξεκινήσειείχαμε ξεκινήσει
είχες ξεκινήσειείχατε ξεκινήσει
είχε ξεκινήσειείχαν ξεκινήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ξεκινάω, θα ξεκινώθα ξεκινάμε, θα ξεκινούμε
θα ξεκινάςθα ξεκινάτε
θα ξεκινάει, θα ξεκινάθα ξεκινάν(ε), θα ξεκινούν(ε)
Fut
ur
θα ξεκινήσωθα ξεκινήσουμε, θα ξεκινήσομε
θα ξεκινήσειςθα ξεκινήσετε
θα ξεκινήσειθα ξεκινήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ξεκινήσειθα έχουμε ξεκινήσει
θα έχεις ξεκινήσειθα έχετε ξεκινήσει
θα έχει ξεκινήσειθα έχουν ξεκινήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ξεκινάω, να ξεκινώνα ξεκινάμε, να ξεκινούμε
να ξεκινάςνα ξεκινάτε
να ξεκινάει, να ξεκινάνα ξεκινάν(ε), να ξεκινούν(ε)
Aoristνα ξεκινήσωνα ξεκινήσουμε, να ξεκινήσομε
να ξεκινήσειςνα ξεκινήσετε
να ξεκινήσεινα ξεκινήσουν(ε)
Perfνα έχω ξεκινήσεινα έχουμε ξεκινήσει
να έχεις ξεκινήσεινα έχετε ξεκινήσει
να έχει ξεκινήσεινα έχουν ξεκινήσει
Imper
ativ
Presξεκίνα, ξεκίναγεξεκινάτε
Aoristξεκίνησε, ξεκίναξεκινήστε
Part
izip
Presξεκινώντας
Perfέχοντας ξεκινήσει
InfinAoristξεκινήσει














Griechische Definition zu ξεκινώ

ξεκινώ [ksekinó] & -άω .1α : 1.αρχίζω να κινούμαι από κάποιο σημείο και προς ορισμένη κατεύθυνση· αναχωρώ: Ξεκίνησε το πλοίο / το τρένο. Πήδηξε στο λεωφορείο καθώς ξεκινούσε. Θα ξεκινήσουμε αύριο πρωί πρωί. Ξεκίνα πρώτος και θα σε προλάβω. Ξεκίνησα να γυρίσω πίσω. || Tην ώρα που ξεκίνησα να φύγω, ήρθε ο Γιώργος. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ξεκινώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15