μεράκι  

  • intensive Liebe und Fürsorge für etwas
    upvotedownvote
  • intensives angenehmes Gefühl für gewönhlich aus Spaß/Unterhaltung
    upvotedownvote
  • starker Wunsch nach etwas
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... κατέχεται ή χαρακτηρίζεται από «μεράκι» από εξαιρετικό γούστο (μερακλής, τεχνίτης μερακλής). Προέρχεται από τη τούρκικη λέξη «μεράκι» που σημαίνει σφοδρή επιθυμία ...

... την πόλη που θα αγαπήσει, το 1939. «Γράφαμε για τον καημό, το γλέντι, το μεράκι του λαϊκού ανθρώπου», έλεγε. «Εδινα την ερώτηση και αμέσως την απάντηση ...

... εμπειρία που αποκτά με το χρόνο και την τριβή με το αντικείμενο, και πολύ πολύ μεράκι και αγάπη για τα σπήλαια. Μέρος των γνώσεων των σπηλαιολόγων είναι και οι ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

meraki


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ μεράκι μεράκια
Genitiv μερακιού μερακιών
Akkusativ μεράκι μεράκια
Vokativ μεράκι μεράκια
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15