κουρδίζω Verb  [kurdizo, kurthizo, koyrdizw]

  Verb
(1)
aufziehen (ugs.)
  Verb
(1)
  Verb
(0)

Etymologie zu κουρδίζω

κουρδίζω mittelgriechisch κουρντίζω και κουρδίζω χορδή ή lateinisch corda χορδή


GriechischDeutsch
Μάλλον θα πρεπε να σταματήσω να κουρδίζω.Scheiße. Dann hör ich auf zu stimmen.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
χορδίζω
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu κουρδίζω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κουρδίζωκουρδίζουμε, κουρδίζομεκουρδίζομαικουρδιζόμαστε
κουρδίζειςκουρδίζετεκουρδίζεσαικουρδίζεστε, κουρδιζόσαστε
κουρδίζεικουρδίζουν(ε)κουρδίζεταικουρδίζονται
Imper
fekt
κούρδιζακουρδίζαμεκουρδιζόμουν(α)κουρδιζόμαστε, κουρδιζόμασταν
κούρδιζεςκουρδίζατεκουρδιζόσουν(α)κουρδιζόσαστε, κουρδιζόσασταν
κούρδιζεκούρδιζαν, κουρδίζαν(ε)κουρδιζόταν(ε)κουρδίζονταν, κουρδιζόντανε, κουρδιζόντουσαν
Aoristκούρδισακουρδίσαμεκουρδίστηκακουρδιστήκαμε
κούρδισεςκουρδίσατεκουρδίστηκεςκουρδιστήκατε
κούρδισεκούρδισαν, κουρδίσαν(ε)κουρδίστηκεκουρδίστηκαν, κουρδιστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω κουρδίσει
έχω κουρδισμένο
έχουμε κουρδίσει
έχουμε κουρδισμένο
έχω κουρδιστεί
είμαι κουρδισμένος, -η
έχουμε κουρδιστεί
είμαστε κουρδισμένοι, -ες
έχεις κουρδίσει
έχεις κουρδισμένο
έχετε κουρδίσει
έχετε κουρδισμένο
έχεις κουρδιστεί
είσαι κουρδισμένος, -η
έχετε κουρδιστεί
είστε κουρδισμένοι, -ες
έχει κουρδίσει
έχει κουρδισμένο
έχουν κουρδίσει
έχουν κουρδισμένο
έχει κουρδιστεί
είναι κουρδισμένος, -η, -ο
έχουν κουρδιστεί
είναι κουρδισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα κουρδίσει
είχα κουρδισμένο
είχαμε κουρδίσει
είχαμε κουρδισμένο
είχα κουρδιστεί
ήμουν κουρδισμένος, -η
είχαμε κουρδιστεί
ήμαστε κουρδισμένοι, -ες
είχες κουρδίσει
είχες κουρδισμένο
είχατε κουρδίσει
είχατε κουρδισμένο
είχες κουρδιστεί
ήσουν κουρδισμένος, -η
είχατε κουρδιστεί
ήσαστε κουρδισμένοι, -ες
είχε κουρδίσει
είχε κουρδισμένο
είχαν κουρδίσει
είχαν κουρδισμένο
είχε κουρδιστεί
ήταν κουρδισμένος, -η, -ο
είχαν κουρδιστεί
ήταν κουρδισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κουρδίζωθα κουρδίζουμε, θα κουρδίζομεθα κουρδίζομαιθα κουρδιζόμαστε
θα κουρδίζειςθα κουρδίζετεθα κουρδίζεσαιθα κουρδίζεστε, θα κουρδιζόσαστε
θα κουρδίζειθα κουρδίζουν(ε)θα κουρδίζεταιθα κουρδίζονται
Fut
ur
θα κουρδίσωθα κουρδίσουμε, θα κουρδίζομεθα κουρδιστώθα κουρδιστούμε
θα κουρδίσειςθα κουρδίσετεθα κουρδιστείςθα κουρδιστείτε
θα κουρδίσειθα κουρδίσουν(ε)θα κουρδιστείθα κουρδιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κουρδίσει
θα έχω κουρδισμένο
θα έχουμε κουρδίσει
θα έχουμε κουρδισμένο
θα έχω κουρδιστεί
θα είμαι κουρδισμένος, -η
θα έχουμε κουρδιστεί
θα είμαστε κουρδισμένοι, -ες
θα έχεις κουρδίσει
θα έχεις κουρδισμένο
θα έχετε κουρδίσει
θα έχετε κουρδισμένο
θα έχεις κουρδιστεί
θα είσαι κουρδισμένος, -η
θα έχετε κουρδιστεί
θα είστε κουρδισμένοι, -ες
θα έχει κουρδίσει
θα έχει κουρδισμένο
θα έχουν κουρδίσει
θα έχουν κουρδισμένο
θα έχει κουρδιστεί
θα είναι κουρδισμένος, -η, -ο
θα έχουν κουρδιστεί
θα είναι κουρδισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κουρδίζωνα κουρδίζουμε, να κουρδίζομενα κουρδίζομαινα κουρδιζόμαστε
να κουρδίζειςνα κουρδίζετενα κουρδίζεσαινα κουρδίζεστε, να κουρδιζόσαστε
να κουρδίζεινα κουρδίζουν(ε)να κουρδίζεταινα κουρδίζονται
Aoristνα κουρδίσωνα κουρδίσουμε, να κουρδίσομενα κουρδιστώνα κουρδιστούμε
να κουρδίσειςνα κουρδίσετενα κουρδιστείςνα κουρδιστείτε
να κουρδίσεινα κουρδίσουν(ε)να κουρδιστείνα κουρδιστούν(ε)
Perfνα έχω κουρδίσει
να έχω κουρδισμένο
να έχουμε κουρδίσει
να έχουμε κουρδισμένο
να έχω κουρδιστεί
να είμαι κουρδισμένος, -η
να έχουμε κουρδιστεί
να είμαστε κουρδισμένοι, -ες
να έχεις κουρδίσει
να έχεις κουρδισμένο
να έχετε κουρδίσει
να έχετε κουρδισμένο
να έχεις κουρδιστεί
να είσαι κουρδισμένος, -η
να έχετε κουρδιστεί
να είστε κουρδισμένοι, -ες
να έχει κουρδίσει
να έχει κουρδισμένο
να έχουν κουρδίσει
να έχουν κουρδισμένο
να έχει κουρδιστεί
να είναι κουρδισμένος, -η, -ο
να έχουν κουρδιστεί
να είναι κουρδισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκούρδιζεκουρδίζετεκουρδίζεστε
Aoristκούρδισεκουρδίστεκουρδίσουκουρδιστείτε
Part
izip
Presκουρδίζονταςκουρδιζόμενος
Perfέχοντας κουρδίσει, έχοντας κουρδισμένοκουρδισμένος, -η, -οκουρδισμένοι, -ες, -α
InfinAoristκουρδίσεικουρδιστεί









Griechische Definition zu κουρδίζω

κουρδίζω [kurδízo] -ομαι : 1. συσπειρώνω το ελατήριο ενός ρολογιού με τη βοήθεια του ειδικού εξαρτήματος, έτσι ώστε να συνεχίσει να λειτουργεί, και με επέκταση για παιχνίδια που λειτουργούν με αντίστοιχο μηχανισμό: Πρέπει να κουρδίσεις το τρενάκι για να ξεκινήσει. || (μτφ.): H παράσταση ήταν τέλεια κουρδισμένη, λειτούργησε άψογα. Οι άνθρωποι στο δρόμο περπατούσαν σαν κουρδισμένοι, σαν ρομπότ, με μηχανικές, τυποποιημένες κινήσεις. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback