κουρδίζω  Verb  [kurdizo, kurthizo, koyrdizw]

Ähnliche Bedeutung wie κουρδίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κουρδίζω

... βιολιού. Έχει τέσσερις χορδές διαφορετικού πάχους (ντο, σολ, ρε, λα), που κουρδίζονται κατά διαστήματα πέμπτης και η μουσική του έκταση περιλαμβάνει 37 χρωματικούς ...

... πανδούρα (μακρύ χέρι). Συγγενεύει με το ούτι αλλά έχει μεγαλύτερο μπράτσο. Κουρδίζεται Μι Λα Ρε Σολ (κρητικό λαούτο) και Λα Ρε Σολ Ντο (στεριανό και νησιώτικο ...

... γκαϊντανίτσα Θράκης έχει κωνικό σχήμα[ανοίγει προς τα κάτω] και κυρίως κουρδίζετε σε λα και ρε, η γκαϊντανίτσα της Μακεδονίας ενώ έχει κωνικό σχήμα, κλείνει ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze stimmen

... Alle stimmen dir zu. ...

... Seine Äußerungen stimmen stets mit seinen Taten überein. ...

... Ihre Berichte stimmen nicht überein. ...

Quelle: xtofu80, xtofu80, al_ex_an_der

Grammatik


ΚΟΥΡΔΙΖΩ
I wind up
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κουρδίζωκουρδίζουμε, κουρδίζομεκουρδίζομαικουρδιζόμαστε
κουρδίζειςκουρδίζετεκουρδίζεσαικουρδίζεστε, κουρδιζόσαστε
κουρδίζεικουρδίζουν(ε)κουρδίζεταικουρδίζονται
Imper
fekt
κούρδιζακουρδίζαμεκουρδιζόμουν(α)κουρδιζόμαστε, κουρδιζόμασταν
κούρδιζεςκουρδίζατεκουρδιζόσουν(α)κουρδιζόσαστε, κουρδιζόσασταν
κούρδιζεκούρδιζαν, κουρδίζαν(ε)κουρδιζόταν(ε)κουρδίζονταν, κουρδιζόντανε, κουρδιζόντουσαν
Aoristκούρδισακουρδίσαμεκουρδίστηκακουρδιστήκαμε
κούρδισεςκουρδίσατεκουρδίστηκεςκουρδιστήκατε
κούρδισεκούρδισαν, κουρδίσαν(ε)κουρδίστηκεκουρδίστηκαν, κουρδιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω κουρδίσει
έχω κουρδισμένο
έχουμε κουρδίσει
έχουμε κουρδισμένο
έχω κουρδιστεί
είμαι κουρδισμένος, -η
έχουμε κουρδιστεί
είμαστε κουρδισμένοι, -ες
έχεις κουρδίσει
έχεις κουρδισμένο
έχετε κουρδίσει
έχετε κουρδισμένο
έχεις κουρδιστεί
είσαι κουρδισμένος, -η
έχετε κουρδιστεί
είστε κουρδισμένοι, -ες
έχει κουρδίσει
έχει κουρδισμένο
έχουν κουρδίσει
έχουν κουρδισμένο
έχει κουρδιστεί
είναι κουρδισμένος, -η, -ο
έχουν κουρδιστεί
είναι κουρδισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα κουρδίσει
είχα κουρδισμένο
είχαμε κουρδίσει
είχαμε κουρδισμένο
είχα κουρδιστεί
ήμουν κουρδισμένος, -η
είχαμε κουρδιστεί
ήμαστε κουρδισμένοι, -ες
είχες κουρδίσει
είχες κουρδισμένο
είχατε κουρδίσει
είχατε κουρδισμένο
είχες κουρδιστεί
ήσουν κουρδισμένος, -η
είχατε κουρδιστεί
ήσαστε κουρδισμένοι, -ες
είχε κουρδίσει
είχε κουρδισμένο
είχαν κουρδίσει
είχαν κουρδισμένο
είχε κουρδιστεί
ήταν κουρδισμένος, -η, -ο
είχαν κουρδιστεί
ήταν κουρδισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κουρδίζωθα κουρδίζουμε, θα κουρδίζομεθα κουρδίζομαιθα κουρδιζόμαστε
θα κουρδίζειςθα κουρδίζετεθα κουρδίζεσαιθα κουρδίζεστε, θα κουρδιζόσαστε
θα κουρδίζειθα κουρδίζουν(ε)θα κουρδίζεταιθα κουρδίζονται
Fut
ur
θα κουρδίσωθα κουρδίσουμε, θα κουρδίζομεθα κουρδιστώθα κουρδιστούμε
θα κουρδίσειςθα κουρδίσετεθα κουρδιστείςθα κουρδιστείτε
θα κουρδίσειθα κουρδίσουν(ε)θα κουρδιστείθα κουρδιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κουρδίσει
θα έχω κουρδισμένο
θα έχουμε κουρδίσει
θα έχουμε κουρδισμένο
θα έχω κουρδιστεί
θα είμαι κουρδισμένος, -η
θα έχουμε κουρδιστεί
θα είμαστε κουρδισμένοι, -ες
θα έχεις κουρδίσει
θα έχεις κουρδισμένο
θα έχετε κουρδίσει
θα έχετε κουρδισμένο
θα έχεις κουρδιστεί
θα είσαι κουρδισμένος, -η
θα έχετε κουρδιστεί
θα είστε κουρδισμένοι, -ες
θα έχει κουρδίσει
θα έχει κουρδισμένο
θα έχουν κουρδίσει
θα έχουν κουρδισμένο
θα έχει κουρδιστεί
θα είναι κουρδισμένος, -η, -ο
θα έχουν κουρδιστεί
θα είναι κουρδισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κουρδίζωνα κουρδίζουμε, να κουρδίζομενα κουρδίζομαινα κουρδιζόμαστε
να κουρδίζειςνα κουρδίζετενα κουρδίζεσαινα κουρδίζεστε, να κουρδιζόσαστε
να κουρδίζεινα κουρδίζουν(ε)να κουρδίζεταινα κουρδίζονται
Aoristνα κουρδίσωνα κουρδίσουμε, να κουρδίσομενα κουρδιστώνα κουρδιστούμε
να κουρδίσειςνα κουρδίσετενα κουρδιστείςνα κουρδιστείτε
να κουρδίσεινα κουρδίσουν(ε)να κουρδιστείνα κουρδιστούν(ε)
Perfνα έχω κουρδίσει
να έχω κουρδισμένο
να έχουμε κουρδίσει
να έχουμε κουρδισμένο
να έχω κουρδιστεί
να είμαι κουρδισμένος, -η
να έχουμε κουρδιστεί
να είμαστε κουρδισμένοι, -ες
να έχεις κουρδίσει
να έχεις κουρδισμένο
να έχετε κουρδίσει
να έχετε κουρδισμένο
να έχεις κουρδιστεί
να είσαι κουρδισμένος, -η
να έχετε κουρδιστεί
να είστε κουρδισμένοι, -ες
να έχει κουρδίσει
να έχει κουρδισμένο
να έχουν κουρδίσει
να έχουν κουρδισμένο
να έχει κουρδιστεί
να είναι κουρδισμένος, -η, -ο
να έχουν κουρδιστεί
να είναι κουρδισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκούρδιζεκουρδίζετεκουρδίζεστε
Aoristκούρδισεκουρδίστεκουρδίσουκουρδιστείτε
Part
izip
Presκουρδίζονταςκουρδιζόμενος
Perfέχοντας κουρδίσει, έχοντας κουρδισμένοκουρδισμένος, -η, -οκουρδισμένοι, -ες, -α
InfinAoristκουρδίσεικουρδιστεί







Person Wortform
Präsens ich necke
du neckst
er, sie, es neckt
Präteritum ich neckte
Konjunktiv II ich neckte
Imperativ Singular necke!
Plural neckt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geneckt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:necken


Griechische Definition zu κουρδίζω

κουρδίζω [kurδízo] -ομαι : 1. συσπειρώνω το ελατήριο ενός ρολογιού με τη βοήθεια του ειδικού εξαρτήματος, έτσι ώστε να συνεχίσει να λειτουργεί, και με επέκταση για παιχνίδια που λειτουργούν με αντίστοιχο μηχανισμό: Πρέπει να κουρδίσεις το τρενάκι για να ξεκινήσει. || (μτφ.): H παράσταση ήταν τέλεια κουρδισμένη, λειτούργησε άψογα. Οι άνθρωποι στο δρόμο περπατούσαν σαν κουρδισμένοι, σαν ρομπότ, με μηχανικές, τυποποιημένες κινήσεις. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κουρδίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15