κατοικώ  Verb  [katiko, katoikw]

Ähnliche Bedeutung wie κατοικώ


Beispielsätze κατοικώ

... Γεννήθηκα το 1982 στην Αθήνα, όπου και κατοικώ ακόμα. ...

Quelle: enteka


Beispielsätze leben

... Man heiratet nicht jemanden, mit dem man leben kann - man heiratet die Person, ohne die man nicht leben kann. ...

... Zwei Familien leben im gleichen Haus. ...

... Wenige Menschen leben länger als hundert Jahre. ...

Quelle: MUIRIEL, KENTRIL, MUIRIEL

Grammatik


ΚΑΤΟΙΚΩ
I dwell
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κατοικώκατοικούμεκατοικούμαικατοικούμαστε
κατοικείςκατοικείτεκατοικείσαικατοικείστε
κατοικείκατοικούν(ε)κατοικείταικατοικούνται
Imper
fekt
κατοικούσακατοικούσαμεκατοικούμουν
κατοικιόμουν(α)
κατοικούμαστε
κατοικιόμαστε, κατοικιόμασταν
κατοικούσεςκατοικούσατεκατοικιόσουν(α)κατοικιόσαστε, κατοικιόσασταν
κατοικούσεκατοικούσαν(ε)κατοικούνταν, κατοικείτο
κατοικιόταν(ε)
κατοικούνταν, κατοικούντο
κατοικιόνταν(ε), κατοικιόντουσαν
Aoristκατοίκησακατοικήσαμεκατοικήθηκακατοικηθήκαμε
κατοίκησεςκατοικήσατεκατοικήθηκεςκατοικηθήκατε
κατοίκησεκατοίκησαν, κατοικήσαν(ε)κατοικήθηκεκατοικήθηκαν, κατοικηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω κατοικήσει
έχω κατοικημένο
έχουμε κατοικήσει
έχουμε κατοικημένο
έχω κατοικηθεί
είμαι κατοικημένος, -η
έχουμε κατοικηθεί
είμαστε κατοικημένοι, -ες
έχεις κατοικήσει
έχεις κατοικημένο
έχετε κατοικήσει
έχετε κατοικημένο
έχεις κατοικηθεί
είσαι κατοικημένος, -η
έχετε κατοικηθεί
είστε κατοικημένοι, -ες
έχει κατοικήσει
έχει κατοικημένο
έχουν κατοικήσει
έχουν κατοικημένο
έχει κατοικηθεί
είναι κατοικημένος, -η, -ο
έχουν κατοικηθεί
είναι κατοικημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα κατοικήσει
είχα κατοικημένο
είχαμε κατοικήσει
είχαμε κατοικημένο
είχα κατοικηθεί
ήμουν κατοικημένος, -η
είχαμε κατοικηθεί
ήμαστε κατοικημένοι, -ες
είχες κατοικήσει
είχες κατοικημένο
είχατε κατοικήσει
είχατε κατοικημένο
είχες κατοικηθεί
ήσουν κατοικημένος, -η
είχατε κατοικηθεί
ήσαστε κατοικημένοι, -ες
είχε κατοικήσει
είχε κατοικημένο
είχαν κατοικήσει
είχαν κατοικημένο
είχε κατοικηθεί
ήταν κατοικημένος, -η, -ο
είχαν κατοικηθεί
ήταν κατοικημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κατοικώθα κατοικούμεθα κατοικούμαιθα κατοικούμαστε
θα κατοικείςθα κατοικείτεθα κατοικείσαιθα κατοικείστε
θα κατοικείθα κατοικούν(ε)θα κατοικείταιθα κατοικούνται
Fut
ur
θα κατοικήσωθα κατοικήσουμεθα κατοικηθώθα κατοικηθούμε
θα κατοικήσειςθα κατοικήσετεθα κατοικηθείςθα κατοικηθείτε
θα κατοικήσειθα κατοικήσουν(ε)θα κατοικηθείθα κατοικηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κατοικήσει
θα έχω κατοικημένο
θα έχουμε κατοικήσει
θα έχουμε κατοικημένο
θα έχω κατοικηθεί
θα είμαι κατοικημένος, -η
θα έχουμε κατοικηθεί
θα είμαστε κατοικημένοι, -ες
θα έχεις κατοικήσει
θα έχεις κατοικημένο
θα έχετε κατοικήσει
θα έχετε κατοικημένο
θα έχεις κατοικηθεί
θα είσαι κατοικημένος, -η
θα έχετε κατοικηθεί
θα είστε κατοικημένοι, -η
θα έχει κατοικήσει
θα έχει κατοικημένο
θα έχουν κατοικήσει
θα έχουν κατοικημένο
θα έχει κατοικηθεί
θα είναι κατοικημένος, -η, -ο
θα έχουν κατοικηθεί
θα είναι κατοικημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κατοικώνα κατοικούμενα κατοικούμαινα κατοικούμαστε
να κατοικείςνα κατοικείτενα κατοικείσαινα κατοικείστε
να κατοικείνα κατοικούν(ε)να κατοικείταινα κατοικούνται
Aoristνα κατοικήσωνα κατοικήσουμε, να κατοικήσομενα κατοικηθώνα κατοικηθούμε
να κατοικήσειςνα κατοικήσετενα κατοικηθείςνα κατοικηθείτε
να κατοικήσεινα κατοικήσουν(ε)να κατοικηθείνα κατοικηθούν(ε)
Perfνα έχω κατοικήσει
να έχω κατοικημένο
να έχουμε κατοικήσει
να έχουμε κατοικημένο
να έχω κατοικηθεί
να είμαι κατοικημένος, -η
να έχουμε κατοικηθεί
να είμαστε κατοικημένοι, -ες
να έχεις κατοικήσει
να έχεις κατοικημένο
να έχετε κατοικήσει
να έχετε κατοικημένο
να έχεις κατοικηθεί
να είσαι κατοικημένος, -η
να έχετε κατοικηθεί
να είστε κατοικημένοι, -ες
να έχει κατοικήσει
να έχει κατοικημένο
να έχουν κατοικήσει
να έχουν κατοικημένο
να έχει κατοικηθεί
να είναι κατοικημένος, -η, -ο
να έχουν κατοικηθεί
να είναι κατοικημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκατοικείτεκατοικείστε
Aoristκατοίκησεκατοικήστε, κατοικήσετεκατοικήσουκατοικηθείτε
Part
izip
Presκατοικώντας
Perfέχοντας κατοικήσει, έχοντας κατοικημένοκατοικημένος, -η, -οκατοικημένοι, -ες, -α
InfinAoristκατοικήσεικατοικηθεί



Person Wortform
Präsens ich lebe
du lebst
er, sie, es lebt
Präteritum ich lebte
Konjunktiv II ich lebte
Imperativ Singular lebe!
leb!
Plural lebt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gelebt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:leben



Person Wortform
Präsens ich wohne
du wohnst
er, sie, es wohnt
Präteritum ich wohnte
Konjunktiv II ich wohnte
Imperativ Singular wohne!
wohn!
Plural wohnt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gewohnt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:wohnen





Person Wortform
Präsens ich hause
du haust
er, sie, es haust
Präteritum ich hauste
Konjunktiv II ich hauste
Imperativ Singular hause!
Plural haust!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gehaust haben
Alle weiteren Formen: Flexion:hausen




Griechische Definition zu κατοικώ

κατοικώ [katikó] -ούμαι : 1. για σύνολα ανθρώπων που διαμένουν σ΄ έναν τόπο: Όσοι κατοικούν στις βόρειες χώρες… Στην πόλη κατοικούν κυρίως μετανάστες. || (παθ. στο γ' πρόσ.) για μέρος στο οποίο κατοικεί κάποιος ή για μέρος το οποίο είναι κατοικήσιμο: H περιοχή κατοικείται από τα τέλη του περασμένου αιώνα. Tο χωριό δεν κατοικείται πια. || H πολυκατοικία δεν κατοικήθηκε ακόμα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κατοικώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15