ικανοποιώ  Verb  [ikanopio, ikanopoiw]

Ähnliche Bedeutung wie ικανοποιώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ικανοποιώ

... το έργο Το Μαρτύριο του Αγίου Μαυρίκιου (1580-82), το οποίο όμως δεν ικανοποίησε το βασιλιά, με αποτέλεσμα να μην τοποθετηθεί στην εκκλησία του Εσκοριάλ ...

... Δούσμανη από την αρχηγία του επιτελείου και τέλος η άρνηση του Βασιλιά να ικανοποιήσει το αίτημα για συμμετοχή της Ελλάδας στις επιχειρήσεις των Δαρδανελλίων ...

... ο Βασιλιάς προχώρησε στην απομάκρυνση του Μεταξά από το Επιτελείο, ικανοποιώντας σχετικό αίτημα των Μεγάλων Δυνάμεων. Παράλληλα συνεχιζόταν οι διαπραγματεύσεις ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze nachkommen

... Jeder hat Pflichten, denen er nachkommen muss. ...

... Unter den gegenwärtigen Umständen bin ich mir sicher, dass die Militärs ihrer Pflicht nachkommen werden. ...

... „Ich glaube nicht, dass Tom unserer Bitte nachkommen wird.“ – „Ich auch nicht.“ ...

Quelle: Pfirsichbaeumchen, al_ex_an_der, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΙΚΑΝΟΠΟΙΩ
I satisfy
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ικανοποιώικανοποιούμεικανοποιούμαιικανοποιούμαστε, ικανοποιόμαστε
ικανοποιείςικανοποιείτεικανοποιείσαιικανοποιείστε, ικανοποιόσαστε
ικανοποιείικανοποιούν(ε)ικανοποιείταιικανοποιούνται
Imper
fekt
ικανοποιούσαικανοποιούσαμεικανοποιούμουν
ικανοπιόμουν(α)
ικανοποιούμαστε
ικανοποιόμαστε, ικανοποιόμασταν
ικανοποιούσεςικανοποιούσατεικανοποιόσουν(α)ικανοποιόσαστε, ικανοποιόσασταν
ικανοποιούσεικανοποιούσαν(ε)ικανοποιούνταν, ικανοποιείτο
ικανοποιόταν(ε)
ικανοποιούνταν, ικανοποιούντο
ικανοποιόνταν(ε), ικανοποιόντουσαν
Aoristικανοποίησαικανοποιήσαμεικανοποιήθηκαικανοποιηθήκαμε
ικανοποίησεςικανοποιήσατεικανοποιήθηκεςικανοποιηθήκατε
ικανοποίησεικανοποίησαν, ικανοποιήσαν(ε)ικανοποιήθηκεικανοποιήθηκαν, ικανοποιηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω ικανοποιήσει
έχω ικανοποιημένο
έχουμε ικανοποιήσει
έχουμε ικανοποιημένο
έχω ικανοποιηθεί
είμαι ικανοποιημένος, -η
έχουμε ικανοποιηθεί
είμαστε ικανοποιημένοι, -ες
έχεις ικανοποιήσει
έχεις ικανοποιημένο
έχετε ικανοποιήσει
έχετε ικανοποιημένο
έχεις ικανοποιηθεί
είσαι ικανοποιημένος, -η
έχετε ικανοποιηθεί
είστε ικανοποιημένοι, -ες
έχει ικανοποιήσει
έχει ικανοποιημένο
έχουν ικανοποιήσει
έχουν ικανοποιημένο
έχει ικανοποιηθεί
είναι ικανοποιημένος, -η, -ο
έχουν ικανοποιηθεί
είναι ικανοποιημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα ικανοποιήσει
είχα ικανοποιημένο
είχαμε ικανοποιήσει
είχαμε ικανοποιημένο
είχα ικανοποιηθεί
ήμουν ικανοποιημένος, -η
είχαμε ικανοποιηθεί
ήμαστε ικανοποιημένοι, -ες
είχες ικανοποιήσει
είχες ικανοποιημένο
είχατε ικανοποιήσει
είχατε ικανοποιημένο
είχες ικανοποιηθεί
ήσουν ικανοποιημένος, -η
είχατε ικανοποιηθεί
ήσαστε ικανοποιημένοι, -ες
είχε ικανοποιήσει
είχε ικανοποιημένο
είχαν ικανοποιήσει
είχαν ικανοποιημένο
είχε ικανοποιηθεί
ήταν ικανοποιημένος, -η, -ο
είχαν ικανοποιηθεί
ήταν ικανοποιημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ικανοποιώθα ικανοποιούμεθα ικανοποιούμαιθα ικανοποιούμαστε, θα ικανοποιόμαστε
θα ικανοποιείςθα ικανοποιείτεθα ικανοποιείσαιθα ικανοποιείστε, θα ικανοποιόσαστε
θα ικανοποιείθα ικανοποιούν(ε)θα ικανοποιείταιθα ικανοποιούνται
Fut
ur
θα ικανοποιήσωθα ικανοποιήσουμεθα ικανοποιηθώθα ικανοποιηθούμε
θα ικανοποιήσειςθα ικανοποιήσετεθα ικανοποιηθείςθα ικανοποιηθείτε
θα ικανοποιήσειθα ικανοποιήσουν(ε)θα ικανοποιηθείθα ικανοποιηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ικανοποιήσει
θα έχω ικανοποιημένο
θα έχουμε ικανοποιήσει
θα έχουμε ικανοποιημένο
θα έχω ικανοποιηθεί
θα είμαι ικανοποιημένος, -η
θα έχουμε ικανοποιηθεί
θα είμαστε ικανοποιημένοι, -ες
θα έχεις ικανοποιήσει
θα έχεις ικανοποιημένο
θα έχετε ικανοποιήσει
θα έχετε ικανοποιημένο
θα έχεις ικανοποιηθεί
θα είσαι ικανοποιημένος, -η
θα έχετε ικανοποιηθεί
θα είστε ικανοποιημένοι, -η
θα έχει ικανοποιήσει
θα έχει ικανοποιημένο
θα έχουν ικανοποιήσει
θα έχουν ικανοποιημένο
θα έχει ικανοποιηθεί
θα είναι ικανοποιημένος, -η, -ο
θα έχουν ικανοποιηθεί
θα είναι ικανοποιημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ικανοποιώνα ικανοποιούμενα ικανοποιούμαινα ικανοποιούμαστε, να ικανοποιόμαστε
να ικανοποιείςνα ικανοποιείτενα ικανοποιείσαινα ικανοποιείστε, να ικανοποιόσαστε
να ικανοποιείνα ικανοποιούν(ε)να ικανοποιείταινα ικανοποιούνται
Aoristνα ικανοποιήσωνα ικανοποιήσουμε, να ικανοποιήσομενα ικανοποιηθώνα ικανοποιηθούμε
να ικανοποιήσειςνα ικανοποιήσετενα ικανοποιηθείςνα ικανοποιηθείτε
να ικανοποιήσεινα ικανοποιήσουν(ε)να ικανοποιηθείνα ικανοποιηθούν(ε)
Perfνα έχω ικανοποιήσει
να έχω ικανοποιημένο
να έχουμε ικανοποιήσει
να έχουμε ικανοποιημένο
να έχω ικανοποιηθεί
να είμαι ικανοποιημένος, -η
να έχουμε ικανοποιηθεί
να είμαστε ικανοποιημένοι, -ες
να έχεις ικανοποιήσει
να έχεις ικανοποιημένο
να έχετε ικανοποιήσει
να έχετε ικανοποιημένο
να έχεις ικανοποιηθεί
να είσαι ικανοποιημένος, -η
να έχετε ικανοποιηθεί
να είστε ικανοποιημένοι, -ες
να έχει ικανοποιήσει
να έχει ικανοποιημένο
να έχουν ικανοποιήσει
να έχουν ικανοποιημένο
να έχει ικανοποιηθεί
να είναι ικανοποιημένος, -η, -ο
να έχουν ικανοποιηθεί
να είναι ικανοποιημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presικανοποιείτεικανοποιείστε
Aoristικανοποίησεικανοποιήστε, ικανοποιήσετεικανοποιήσουικανοποιηθείτε
Part
izip
Presικανοποιώντας
Perfέχοντας ικανοποιήσει, έχοντας ικανοποιημένοικανοποιημένος, -η, -οικανοποιημένοι, -ες, -α
InfinAoristικανοποιήσειικανοποιηθεί










Griechische Definition zu ικανοποιώ

ικανοποιώ [ikanopió] -ούμαι : 1. κάνω κπ. να νιώσει έντονη ευαρέσκεια, ευχαρίστηση, πραγματοποιώντας κτ. που επιθυμούσε ή επιδίω κε. ANT δυσαρεστώ: Mόνο η παραδειγματική τιμωρία των ενόχων θα ικανοποιήσει την κοινή γνώμη. || Kαι ο πιο δύσκολος πελάτης έμενε ικανοποιημένος με την ευγένεια και την προθυμία των υπαλλήλων. Δεν είμαι αρκετά ικανοποιημένος από την απάντησή σας. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ικανοποιώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15