εμποδίζω  Verb  [ebodizo, ebothizo, empodizw]

Ähnliche Bedeutung wie εμποδίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze εμποδίζω

... Κανόνες Παιχνιδιού), με την προϋπόθεση ότι είναι καλά στερεωμένα και δεν εμποδίζουν τους παίκτες. Τα τέρματα πρέπει να είναι αγκυρωμένα με ασφάλεια στο έδαφος ...

... "satan" είναι ουσιαστικό, και όχι όνομα, προερχόμενο από ρήμα που σημαίνει "εμποδίζω ή είμαι αντίθετος". Κυριολεκτικά μεταφράζεται ως "ο κατήγορος" ή "ο αντίπαλος" ...

... όγδοης εβδομάδας της ζωής τους. Με την εν λόγω χειρουργική επέμβαση εμποδίζεται και η ανεπιθύμητη συμπεριφορά του ζευγαρώματος, που περιλαμβάνει τη σήμανση ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze beeinträchtigen

... Ein ausschließlich verhaltensorientierter Ansatz zur Psychologie vernachlässigt familiäre Probleme, schulische Umstände und eine Menge weiterer Problemkreise, die das emotionale und psychologische Wachstum eines Kindes beeinträchtigen können. ...

... Das Systemrisiko (systemische Risiko) ist ein Risiko, das die Funktion oder das Fortbestehen eines ganzen Systems beeinträchtigen kann. Das Systemrisiko ...

... Borderline-Störung oft zu erheblichen Belastungen führen und sowohl die eigene Lebensqualität schwer beeinträchtigen als auch die der Bezugspersonen mindern ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΕΜΠΟΔΙΖΩ
I impede
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εμποδίζωεμποδίζουμε, εμποδίζομεεμποδίζομαιεμποδιζόμαστε
εμποδίζειςεμποδίζετεεμποδίζεσαιεμποδίζεστε, εμποδιζόσαστε
εμποδίζειεμποδίζουν(ε)εμποδίζεταιεμποδίζονται
Imper
fekt
εμπόδιζαεμποδίζαμεεμποδιζόμουν(α)εμποδιζόμαστε, εμποδιζόμασταν
εμπόδιζεςεμποδίζατεεμποδιζόσουν(α)εμποδιζόσαστε, εμποδιζόσασταν
εμπόδιζεεμπόδιζαν, εμποδίζαν(ε)εμποδιζόταν(ε)εμποδίζονταν, εμποδιζόντανε, εμποδιζόντουσαν
Aoristεμπόδισαεμποδίσαμεεμποδίστηκαεμποδιστήκαμε
εμπόδισεςεμποδίσατεεμποδίστηκεςεμποδιστήκατε
εμπόδισεεμπόδισαν, εμποδίσαν(ε)εμποδίστηκεεμποδίστηκαν, εμποδιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω εμποδίσει
έχω εμποδισμένο
έχουμε εμποδίσει
έχουμε εμποδισμένο
έχω εμποδιστεί
είμαι εμποδισμένος, -η
έχουμε εμποδιστεί
είμαστε εμποδισμένοι, -ες
έχεις εμποδίσει
έχεις εμποδισμένο
έχετε εμποδίσει
έχετε εμποδισμένο
έχεις εμποδιστεί
είσαι εμποδισμένος, -η
έχετε εμποδιστεί
είστε εμποδισμένοι, -ες
έχει εμποδίσει
έχει εμποδισμένο
έχουν εμποδίσει
έχουν εμποδισμένο
έχει εμποδιστεί
είναι εμποδισμένος, -η, -ο
έχουν εμποδιστεί
είναι εμποδισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα εμποδίσει
είχα εμποδισμένο
είχαμε εμποδίσει
είχαμε εμποδισμένο
είχα εμποδιστεί
ήμουν εμποδισμένος, -η
είχαμε εμποδιστεί
ήμαστε εμποδισμένοι, -ες
είχες εμποδίσει
είχες εμποδισμένο
είχατε εμποδίσει
είχατε εμποδισμένο
είχες εμποδιστεί
ήσουν εμποδισμένος, -η
είχατε εμποδιστεί
ήσαστε εμποδισμένοι, -ες
είχε εμποδίσει
είχε εμποδισμένο
είχαν εμποδίσει
είχαν εμποδισμένο
είχε εμποδιστεί
ήταν εμποδισμένος, -η, -ο
είχαν εμποδιστεί
ήταν εμποδισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εμποδίζωθα εμποδίζουμε, θα εμποδίζομεθα εμποδίζομαιθα εμποδιζόμαστε
θα εμποδίζειςθα εμποδίζετεθα εμποδίζεσαιθα εμποδίζεστε, θα εμποδιζόσαστε
θα εμποδίζειθα εμποδίζουν(ε)θα εμποδίζεταιθα εμποδίζονται
Fut
ur
θα εμποδίσωθα εμποδίσουμε, θα εμποδίζομεθα εμποδιστώθα εμποδιστούμε
θα εμποδίσειςθα εμποδίσετεθα εμποδιστείςθα εμποδιστείτε
θα εμποδίσειθα εμποδίσουν(ε)θα εμποδιστείθα εμποδιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εμποδίσει
θα έχω εμποδισμένο
θα έχουμε εμποδίσει
θα έχουμε εμποδισμένο
θα έχω εμποδιστεί
θα είμαι εμποδισμένος, -η
θα έχουμε εμποδιστεί
θα είμαστε εμποδισμένοι, -ες
θα έχεις εμποδίσει
θα έχεις εμποδισμένο
θα έχετε εμποδίσει
θα έχετε εμποδισμένο
θα έχεις εμποδιστεί
θα είσαι εμποδισμένος, -η
θα έχετε εμποδιστεί
θα είστε εμποδισμένοι, -ες
θα έχει εμποδίσει
θα έχει εμποδισμένο
θα έχουν εμποδίσει
θα έχουν εμποδισμένο
θα έχει εμποδιστεί
θα είναι εμποδισμένος, -η, -ο
θα έχουν εμποδιστεί
θα είναι εμποδισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εμποδίζωνα εμποδίζουμε, να εμποδίζομενα εμποδίζομαινα εμποδιζόμαστε
να εμποδίζειςνα εμποδίζετενα εμποδίζεσαινα εμποδίζεστε, να εμποδιζόσαστε
να εμποδίζεινα εμποδίζουν(ε)να εμποδίζεταινα εμποδίζονται
Aoristνα εμποδίσωνα εμποδίσουμε, να εμποδίσομενα εμποδιστώνα εμποδιστούμε
να εμποδίσειςνα εμποδίσετενα εμποδιστείςνα εμποδιστείτε
να εμποδίσεινα εμποδίσουν(ε)να εμποδιστείνα εμποδιστούν(ε)
Perfνα έχω εμποδίσει
να έχω εμποδισμένο
να έχουμε εμποδίσει
να έχουμε εμποδισμένο
να έχω εμποδιστεί
να είμαι εμποδισμένος, -η
να έχουμε εμποδιστεί
να είμαστε εμποδισμένοι, -ες
να έχεις εμποδίσει
να έχεις εμποδισμένο
να έχετε εμποδίσει
να έχετε εμποδισμένο
να έχεις εμποδιστεί
να είσαι εμποδισμένος, -η
να έχετε εμποδιστεί
να είστε εμποδισμένοι, -ες
να έχει εμποδίσει
να έχει εμποδισμένο
να έχουν εμποδίσει
να έχουν εμποδισμένο
να έχει εμποδιστεί
να είναι εμποδισμένος, -η, -ο
να έχουν εμποδιστεί
να είναι εμποδισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presεμπόδιζεεμποδίζετεεμποδίζεστε
Aoristεμπόδισεεμποδίστεεμποδίσουεμποδιστείτε
Part
izip
Presεμποδίζονταςεμποδιζόμενος
Perfέχοντας εμποδίσει, έχοντας εμποδισμένοεμποδισμένος, -η, -οεμποδισμένοι, -ες, -α
InfinAoristεμποδίσειεμποδιστεί










Griechische Definition zu εμποδίζω

εμποδίζω [emboδízo] -ομαι : 1.γίνομαι εμπόδιο ή παρεμβάλλω εμπόδιο και έτσι δυσκολεύω ή δεν επιτρέπω την κίνηση κάποιου: Mην αφήνεις εδώ το αυτοκίνητο· εμποδίζει. Άφησέ τον να περάσει, μην τον εμποδίζεις. Tο πυκνό χιόνι μάς εμπόδιζε να βαδίσουμε πιο γρήγορα. || Ένας ψηλός τοίχος εμπόδιζε τη θέα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εμποδίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15