verhindern
 Verb

εμποδίζω Verb
(7)
DeutschGriechisch
Für stand die Polizeiarbeit für die Macht, etwas zu korrigieren, die Macht, etwas zu verhindern und die Macht, etwas aufzudecken.Για εμένα η αστυνόμευση ήταν η δύναμη να διορθώνω, η δύναμη να εμποδίζω και η δύναμη να εντοπίζω.

Übersetzung nicht bestätigt

Aber ich entschied, nein, es ist die Macht, zu verhindern, denn so hatte ich es während ich aufwuchs gelernt: Wie verhindere ich die 10 und lasse es nie mehr als 10 werden?Αλλά αποφάσισα όχι, είναι η δύναμη να εμποδίζεις, επειδή αυτό ήταν που έμαθα όταν μεγάλωνα: πώς να εμποδίζω το 10 και ποτέ να μην το κάνω πάνω από 10;

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εμποδίζωεμποδίζουμε, εμποδίζομεεμποδίζομαιεμποδιζόμαστε
εμποδίζειςεμποδίζετεεμποδίζεσαιεμποδίζεστε, εμποδιζόσαστε
εμποδίζειεμποδίζουν(ε)εμποδίζεταιεμποδίζονται
Imper
fekt
εμπόδιζαεμποδίζαμεεμποδιζόμουν(α)εμποδιζόμαστε, εμποδιζόμασταν
εμπόδιζεςεμποδίζατεεμποδιζόσουν(α)εμποδιζόσαστε, εμποδιζόσασταν
εμπόδιζεεμπόδιζαν, εμποδίζαν(ε)εμποδιζόταν(ε)εμποδίζονταν, εμποδιζόντανε, εμποδιζόντουσαν
Aoristεμπόδισαεμποδίσαμεεμποδίστηκαεμποδιστήκαμε
εμπόδισεςεμποδίσατεεμποδίστηκεςεμποδιστήκατε
εμπόδισεεμπόδισαν, εμποδίσαν(ε)εμποδίστηκεεμποδίστηκαν, εμποδιστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω εμποδίσει
έχω εμποδισμένο
έχουμε εμποδίσει
έχουμε εμποδισμένο
έχω εμποδιστεί
είμαι εμποδισμένος, -η
έχουμε εμποδιστεί
είμαστε εμποδισμένοι, -ες
έχεις εμποδίσει
έχεις εμποδισμένο
έχετε εμποδίσει
έχετε εμποδισμένο
έχεις εμποδιστεί
είσαι εμποδισμένος, -η
έχετε εμποδιστεί
είστε εμποδισμένοι, -ες
έχει εμποδίσει
έχει εμποδισμένο
έχουν εμποδίσει
έχουν εμποδισμένο
έχει εμποδιστεί
είναι εμποδισμένος, -η, -ο
έχουν εμποδιστεί
είναι εμποδισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα εμποδίσει
είχα εμποδισμένο
είχαμε εμποδίσει
είχαμε εμποδισμένο
είχα εμποδιστεί
ήμουν εμποδισμένος, -η
είχαμε εμποδιστεί
ήμαστε εμποδισμένοι, -ες
είχες εμποδίσει
είχες εμποδισμένο
είχατε εμποδίσει
είχατε εμποδισμένο
είχες εμποδιστεί
ήσουν εμποδισμένος, -η
είχατε εμποδιστεί
ήσαστε εμποδισμένοι, -ες
είχε εμποδίσει
είχε εμποδισμένο
είχαν εμποδίσει
είχαν εμποδισμένο
είχε εμποδιστεί
ήταν εμποδισμένος, -η, -ο
είχαν εμποδιστεί
ήταν εμποδισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εμποδίζωθα εμποδίζουμε, θα εμποδίζομεθα εμποδίζομαιθα εμποδιζόμαστε
θα εμποδίζειςθα εμποδίζετεθα εμποδίζεσαιθα εμποδίζεστε, θα εμποδιζόσαστε
θα εμποδίζειθα εμποδίζουν(ε)θα εμποδίζεταιθα εμποδίζονται
Fut
ur
θα εμποδίσωθα εμποδίσουμε, θα εμποδίζομεθα εμποδιστώθα εμποδιστούμε
θα εμποδίσειςθα εμποδίσετεθα εμποδιστείςθα εμποδιστείτε
θα εμποδίσειθα εμποδίσουν(ε)θα εμποδιστείθα εμποδιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εμποδίσει
θα έχω εμποδισμένο
θα έχουμε εμποδίσει
θα έχουμε εμποδισμένο
θα έχω εμποδιστεί
θα είμαι εμποδισμένος, -η
θα έχουμε εμποδιστεί
θα είμαστε εμποδισμένοι, -ες
θα έχεις εμποδίσει
θα έχεις εμποδισμένο
θα έχετε εμποδίσει
θα έχετε εμποδισμένο
θα έχεις εμποδιστεί
θα είσαι εμποδισμένος, -η
θα έχετε εμποδιστεί
θα είστε εμποδισμένοι, -ες
θα έχει εμποδίσει
θα έχει εμποδισμένο
θα έχουν εμποδίσει
θα έχουν εμποδισμένο
θα έχει εμποδιστεί
θα είναι εμποδισμένος, -η, -ο
θα έχουν εμποδιστεί
θα είναι εμποδισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εμποδίζωνα εμποδίζουμε, να εμποδίζομενα εμποδίζομαινα εμποδιζόμαστε
να εμποδίζειςνα εμποδίζετενα εμποδίζεσαινα εμποδίζεστε, να εμποδιζόσαστε
να εμποδίζεινα εμποδίζουν(ε)να εμποδίζεταινα εμποδίζονται
Aoristνα εμποδίσωνα εμποδίσουμε, να εμποδίσομενα εμποδιστώνα εμποδιστούμε
να εμποδίσειςνα εμποδίσετενα εμποδιστείςνα εμποδιστείτε
να εμποδίσεινα εμποδίσουν(ε)να εμποδιστείνα εμποδιστούν(ε)
Perfνα έχω εμποδίσει
να έχω εμποδισμένο
να έχουμε εμποδίσει
να έχουμε εμποδισμένο
να έχω εμποδιστεί
να είμαι εμποδισμένος, -η
να έχουμε εμποδιστεί
να είμαστε εμποδισμένοι, -ες
να έχεις εμποδίσει
να έχεις εμποδισμένο
να έχετε εμποδίσει
να έχετε εμποδισμένο
να έχεις εμποδιστεί
να είσαι εμποδισμένος, -η
να έχετε εμποδιστεί
να είστε εμποδισμένοι, -ες
να έχει εμποδίσει
να έχει εμποδισμένο
να έχουν εμποδίσει
να έχουν εμποδισμένο
να έχει εμποδιστεί
να είναι εμποδισμένος, -η, -ο
να έχουν εμποδιστεί
να είναι εμποδισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presεμπόδιζεεμποδίζετεεμποδίζεστε
Aoristεμπόδισεεμποδίστεεμποδίσουεμποδιστείτε
Part
izip
Presεμποδίζονταςεμποδιζόμενος
Perfέχοντας εμποδίσει, έχοντας εμποδισμένοεμποδισμένος, -η, -οεμποδισμένοι, -ες, -α
InfinAoristεμποδίσειεμποδιστεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback