δοκιμάζω  Verb  [dokimazo, thokimazo, dokimazw]

Ähnliche Bedeutung wie δοκιμάζω


Beispielsätze δοκιμάζω

... «πιθοίγια». Ονομάστηκε έτσι από το γεγονός ότι την ημέρα αυτή ανοίγονταν και δοκιμάζονταν για πρώτη φορά οι πίθοι με τον οίνο της χρονιάς. Η δεύτερη μέρα των Ανθεστηρίων ...

... του σταυρού» καθώς και εγχάρακτο εξάστιχο επίγραμμα. Με αυτόν τον τρόπο δοκίμαζε τις διαθέσεις του λαού της πρωτεύουσας προς την εικονομαχική του πολιτική ...

... προέρχονται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα πειράω-ῶ, το οποίο σημαίνει προσπαθώ, δοκιμάζω. Η πρώτη γραπτή εμφάνισή τους (τοῖς πειραταῖς) γίνεται σε ένα αθηναϊκό ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze testen

... Wir testen gerade eine komplett neue Methode. ...

... unbespielt waren: er hatte ihn nur testen wollen und wusste, dass Russell gelogen hatte.In der Sommerpause von der Saison 2010 erschien Russell „äußerst ...

... dies testen und laden sogar ein Fernsehteam ein, um alles live zu übertragen. Mitten beim Vorgang zerreißt das Ungetüm, das von nun an den Namen Frankenstein ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΔΟΚΙΜΑΖΩ
I try on/out
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δοκιμάζωδοκιμάζουμε, δοκιμάζομεδοκιμάζομαιδοκιμαζόμαστε
δοκιμάζειςδοκιμάζετεδοκιμάζεσαιδοκιμάζεστε, δοκιμαζόσαστε
δοκιμάζειδοκιμάζουν(ε)δοκιμάζεταιδοκιμάζονται
Imper
fekt
δοκίμαζαδοκιμάζαμεδοκιμαζόμουναδοκιμαζόμαστε, δοκιμαζόμασταν
δοκίμαζεςδοκιμάζατεδοκιμαζόσουναδοκιμαζόσαστε, δοκιμαζόσασταν
δοκίμαζεδοκίμαζαν, δοκιμάζαν(ε)δοκιμαζότανεδοκιμάζονταν, δοκιμαζόντανε, δοκιμαζόντουσαν
Aoristδοκίμασαδοκιμάσαμεδοκιμάστηκαδοκιμαστήκαμε
δοκίμασεςδοκιμάσατεδοκιμάστηκεςδοκιμαστήκατε
δοκίμασεδοκίμασαν, δοκιμάσαν(ε)δοκιμάστηκεδοκιμάστηκαν, δοκιμαστήκανε
Per
fect
έχω δοκιμάσει
έχω δοκιμασμένο
έχουμε δοκιμάσει
έχουμε δοκιμασμένο
έχω δοκιμαστεί
είμαι δοκιμασμένος, -η
έχουμε δοκιμαστεί
είμαστε δοκιμασμένοι, -ες
έχεις δοκιμάσει
έχεις δοκιμασμένο
έχετε δοκιμάσει
έχετε δοκιμασμένο
έχεις δοκιμαστεί
είσαι δοκιμασμένος, -η
έχετε δοκιμαστεί
είστε δοκιμασμένοι, -ες
έχει δοκιμάσει
έχει δοκιμασμένο
έχουν δοκιμάσει
έχουν δοκιμασμένο
έχει δοκιμαστεί
είναι δοκιμασμένος, -η, -ο
έχουν δοκιμαστεί
είναι δοκιμασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα δοκιμάσει
είχα δοκιμασμένο
είχαμε δοκιμάσει
είχαμε δοκιμασμένο
είχα δοκιμαστεί
ήμουν δοκιμασμένος, -η
είχαμε δοκιμαστεί
ήμαστε δοκιμασμένοι, -ες
είχες δοκιμάσει
είχες δοκιμασμένο
είχατε δοκιμάσει
είχατε δοκιμασμένο
είχες δοκιμαστεί
ήσουν δοκιμασμένος, -η
είχατε δοκιμαστεί
ήσαστε δοκιμασμένοι, -ες
είχε δοκιμάσει
είχε δοκιμασμένο
είχαν δοκιμάσει
είχαν δοκιμασμένο
είχε δοκιμαστεί
ήταν δοκιμασμένος, -η, -ο
είχαν δοκιμαστεί
ήταν δοκιμασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δοκιμάζωθα δοκιμάζουμε, θα δοκιμάζομεθα δοκιμάζομαιθα δοκιμαζόμαστε
θα δοκιμάζειςθα δοκιμάζετεθα δοκιμάζεσαιθα δοκιμάζεστε, θα δοκιμαζόσαστε
θα δοκιμάζειθα δοκιμάζουν(ε)θα δοκιμάζεταιθα δοκιμάζονται
Fut
ur
θα δοκιμάσωθα δοκιμάσουμε, θα δοκιμάσομεθα δοκιμαστώθα δοκιμαστούμε
θα δοκιμάσειςθα δοκιμάσετεθα δοκιμαστείςθα δοκιμαστείτε
θα δοκιμάσειθα δοκιμάσουν(ε)θα δοκιμαστείθα δοκιμαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δοκιμάσει
θα έχω δοκιμασμένο
θα έχουμε δοκιμάσει
θα έχουμε δοκιμασμένο
θα έχω δοκιμαστεί
θα είμαι δοκιμασμένος, -η
θα έχουμε δοκιμαστεί
θα είμαστε δοκιμασμένοι, -ες
θα έχεις δοκιμάσει
θα έχεις δοκιμασμένο
θα έχετε δοκιμάσει
θα έχετε δοκιμασμένο
θα έχεις δοκιμαστεί
θα είσαι δοκιμασμένος, -η
θα έχετε δοκιμαστεί
θα είστε δοκιμασμένοι, -ες
θα έχει δοκιμάσει
θα έχει δοκιμασμένο
θα έχουν δοκιμάσει
θα έχουν δοκιμασμένο
θα έχει δοκιμαστεί
θα είναι δοκιμασμένος, -η, -ο
θα έχουν δοκιμαστεί
θα είναι δοκιμασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δοκιμάζωνα δοκιμάζουμε, να δοκιμάζομενα δοκιμάζομαινα δοκιμαζόμαστε
να δοκιμάζειςνα δοκιμάζετενα δοκιμάζεσαινα δοκιμάζεστε, να δοκιμαζόσαστε
να δοκιμάζεινα δοκιμάζουν(ε)να δοκιμάζεταινα δοκιμάζονται
Aoristνα δοκιμάσωνα δοκιμάσουμε, να δοκιμάσομενα δοκιμαστώνα δοκιμαστούμε
να δοκιμάσειςνα δοκιμάσετενα δοκιμαστείςνα δοκιμαστείτε
να δοκιμάσεινα δοκιμάσουννα δοκιμαστείνα δοκιμαστούν(ε)
Perfνα έχω δοκιμάσει
να έχω δοκιμασμένο
να έχουμε δοκιμάσει
να έχουμε δοκιμασμένο
να έχω δοκιμαστεί
να είμαι δοκιμασμένος, -η
να έχουμε δοκιμαστεί
να είμαστε δοκιμασμένοι, -ες
να έχεις δοκιμάσει
να έχεις δοκιμασμένο
να έχετε δοκιμάσει
να έχετε δοκιμασμένο
να έχεις δοκιμαστεί
να είσαι δοκιμασμένος, -η
να έχετε δοκιμαστεί
να είστε δοκιμασμένοι, -ες
να έχει δοκιμάσει
να έχει δοκιμασμένο
να έχουν δοκιμάσει
να έχουν δοκιμασμένο
να έχει δοκιμαστεί
να είναι δοκιμασμένος, -η, -ο
να έχουν δοκιμαστεί
να είναι δοκιμασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδοκίμαζεδοκιμάζετεδοκιμάζεστε
Aoristδοκίμασεδοκιμάστεδοκιμάσουδοκιμαστείτε
Part
izip
Presδοκιμάζονταςδοκιμαζόμενος
Perfέχοντας δοκιμάσει, έχοντας δοκιμασμένοδοκιμασμένος, -η, -οδοκιμασμένοι, -ες, -α
InfinAoristδοκιμάσειδοκιμαστεί
















Griechische Definition zu δοκιμάζω

δοκιμάζω [δokimázo] -ομαι : 1. ελέγχω ή εξετάζω: α. κτ. για να διαπιστώσω αν είναι κατάλληλο για κάποια συγκεκριμένη χρήση ή αν διαθέτει πράγματι τα χαρακτηριστικά, τις ιδιότητες που πρέπει να έχει: Tο φάρμακο δεν έχει δοκιμαστεί ακόμη σε ανθρώπους. Οι συσκευές δοκιμάζονται πρώτα στο εργοστάσιο πριν δοθούν στην κατανάλωση. δοκιμάζω το στιλό αν γράφει / το μαχαίρι αν κόβει. || Θα δοκιμάσω μια νέα μέθοδο διδασκαλίας. β. κπ. για να διαπιστώσω αν διαθέτει κάποια συγκεκριμένη ιδιότητα ή ικανότητα: Tου ανέθεσα αυτή τη δουλειά, για να δοκιμάσω την εντιμότητά του / την εξυπνάδα του / την επιστημονική του κατάρτιση. Θέλω να δοκιμάσω την αντοχή μου στην πεζοπορία. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu δοκιμάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15